Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Σκέψεις στο Ευαγγέλιο της Κυριακής (ΙΔ´ Λουκά)


Σκέψεις στο Ευαγγέλιο της Κυριακής (ΙΔ´ Λουκά)



Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

Καί Ιησος επεν ατ· Ανάβλεψον· πίστις σου σέσωκέ σε (Λουκ. 18, 42) 

α. Ο τυφλός ζητιάνος τς πόλεως τς Ιεριχος μαθαίνοντας γιά τή διέλευση πό τήν περιοχή του το Ιησο Χριστο κραυγάζει γιά τό λεος το Κυρίου. ῾῾Υιέ Δαυΐδ, λέησόν με. Επιμένει στό ατημά του καί μάλιστα ντονότερα, ταν ο γύρω του τόν ποπαίρνουν λόγω τν κραυγν του, προκειμένου νά σιωπήσει. Καί ο προγάντες πετίμων ατ να σιωπήσῃ᾽. Πετυχαίνει τό σκοπό του: νά βρε τό φς του, γιατί πιβλέπει σ ατόν τελικς Κύριος. ῾᾽Ανάβλεψον. Κι κφράζει τήν εχαριστία του πρός Ατόν, κολουθώντας Τον καί δοξολογώντας τόν Θεό μαζί μέ τόν πόλοιπο λαό.

Συνιστ τύπο γιά κάθε πιστό συγκεκριμένος τυφλός πό πλευρς πνευματικς. Διότι τό ῾ἀνάβλεψον το Κυρίου σ ατόν ποτελε τό ζητούμενο καί γιά καθένα πό μς. Νά νοιχτον τά μάτια μας πό πλευρς πνευματικς δέν ζητμε διακας στίς προσευχές μας;

β. 1. Πάμπολλα σφαλς ταν τά προβλήματα το τυφλο τς Ιεριχος. Δέν ταν μόνο τύφλωσή του, λλά ξαιτίας ατς καί μεγάλη φτώχεια του πού τόν κανε νά προσαιτῇ᾽ στίς κρες τν δρόμων, πως καί καταφρόνια τν συμπατριωτν του, ο ποοι δέν νέχονταν νά τούς νοχλε μέ τίς κραυγές του. Τό ατημά του μως, ταν κατορθώνει νά τραβήξει τήν προσοχή το Κυρίου, δέν ταν νά το δώσει χρήματα – ζητιάνος ταν – οτε νά τόν τραβήξει πό τήν φάνεια. Ζητ ατό πού ταν τό κεντρικό του πρόβλημα, τό πιό οσιαστικό: νά ξαναβρε τό φς του. Στήν ρώτηση το Κυρίου τί σοι θέλεις να ποιήσω; τό μόνο πού λέει εναι Κύριε, να ναβλέψω.

Νά πικεντρώνουμε στό πραγματικό καί πρώτιστο πρόβλημά μας: τήν τύφλωσή μας, νά τό παραδειγματικό στοιχεο γιά μς το τυφλο. Από πνευματικς πόψεως μως ο νθρωποι, καί μιλμε γιά τούς θεωρουμένους πιστούς στόν Χριστό, δέν φαίνεται νά πικεντρώνουμε στήν τύφλωση πού χουμε. Στό ρώτημα ν θεωρομε ς κεντρικό πρόβλημά μας τήν ποια τύφλωσή μας πάντηση δέν εναι ατονόητα θετική. Κι ατό γιατί δέν νιώθουμε τυφλοί. Η βεβαιότητά μας τι βλέπουμε, τι ρασή μας λειτουργε καλά καί ποτελεσματικά εναι παραπάνω πό δεδομένη. Εναι μως τσι τά πράγματα;

- Δέν ποδεικνυόμαστε πολλές φορές πιστοι στήν καλύτερη περίπτωση λιγόπιστοι, ταν ζομε στόν κόσμο τοτο νθυμούμενοι τόν Θεό περιστασιακά - σως τό πρωΐ καί τό βράδυ σέ κάποιες προσευχές μας - συνεπς θέτοντάς Τον στό περιθώριο καί χι στό κέντρο τς ζως μας;




- Δέν ποδεικνυόμαστε πιστοι λιγόπιστοι, ταν σχέση μέ τόν συνάνθρωπό μας παίρνει τή μορφή τς πίθεσης τς μυνας πέναντί του, συνεπς τς χθρότητας, γιατί βλέπουμε τι δέν ξυπηρετονται πό ατόν τά συμφέροντά μας, πολλ μλλον γιατί νομίζουμε τι δικούμαστε πό ατόν;

- Δέν ποδεικνυόμαστε πιστοι λιγόπιστοι, ταν στίς φωνές τς διας τς καρδις μας, πού διψάει γιά ερήνη καί γαλήνη, μες κωφεύουμε καί μεταθέτουμε διαρκς τίς ποιες παντήσεις μας, γιατί δέν προλαβαίνουμε πό τό πλθος τν σχολιν μας;

Δέν εναι μως πιστία λιγοπιστία κατεξοχήν τύφλωση το νο, φο πίστη θεωρεται ς ραση τς ψυχς; Πίστις στίν λπιζομένων πόστασις, πραγμάτων λεγχος ο βλεπομένων μς λέει θεόπνευστα πόστολος Παλος. Διά πίστεως περιπατομεν λέει κάπου λλο. Καί κλονίζεται βεβαίως πίστη ς ραση τς ψυχς καί μειώνεται καί χάνεται μέ ποτέλεσμα νά μή βλέπει νθρωπος, ταν κριβς κατά τά παραπάνω διαγράφει τόν Θεό πό τή ζωή του γιατί δέν Τόν θέτει κέντρο τς παρξής του, διαγράφει τόν συνάνθρωπό του γιατί δέν τόν γαπ, διαγράφει τήν δια τή συνείδησή του γιατί τήν περιφρονε καί δέν θέλει νά τήν κούει.

2. Θεραπεία μως καί ῾ἀνάβλεψις δέν εναι μόνον διαπίστωση τς πνευματικς τύφλωσης: τς πιστίας καί τς λιγοπιστίας. Ατό εναι ρχή. Οπως ποδεικνύει καί πάλι τυφλός χρειάζεται ν πίστει ληθιν καί γνησί ταπεινώσει στροφή πρός τόν Χριστό. Οπως κενος στρεψε τό νοερό βλέμμα του στόν Κύριο – μολονότι δέν μποροσε νά Τόν ναγνωρίσει ς Θεό, γι ατό καί τόν χαρακτήρισε Υόν Δαυΐδ- κι ρχισε νά Τόν καλε γιά νά τόν λεήσει πιστεύοντας τι Ατός εναι λύση το προβλήματός του, τσι πολύ περισσότερο χριστιανός, ποος ννοεται τι δέχεται τόν Χριστό χι μόνο ς νθρωπο λλά καί ς Θεό: παιτεται νά πιστέψει πραγματικά τι Χριστός ς Θεός εναι τό φς το κόσμου καί ῾ὁ λιος τς δικαιοσύνης, Οποος μέ τό λεός Του μπορε νά ρίξει φς στή σκοτεινιά καί τήν τύφλωση τς ψυχς του. Δέν εναι τυχαο τι πιό γνωστή, δυνατή καί εθύβολη πρός σωτηρία το νθρώπου προσευχή τς Εκκλησίας εναι τό Κύριε λέησον. Η προσευχή ατή παναλαμβάνεται διάκοπα σέ κάθε κολουθία της καί ατή συνιστ καί στήν πιό νεπτυγμένη μορφή της: τό Κύριε Ιησο Χριστέ, λέησόν με, τήν προσευχή λων τν γίων καί τν γωνιζομένων γιά γιασμό τους χριστιανν.

Καί πέραν τούτων: παιτεται γιά τό νοιγμα τν πνευματικν μας φθαλμν καί τήν ερεση το φωτός, πιμονή καί νδρεία κείνη τς ψυχς, ποία θά κάνει τόν νθρωπο νά περβαίνει λες τίς δυσχέρειες καί τά μπόδια πού θά βρίσκει στόν δρόμο του. Καί πάλι τυφλός γίνεται τό παράδειγμα: Κραύγαζε στόν Κύριο νά τόν λεήσει, πικέντρωνε στό πρόβλημά του, λλά κώφευε στίς ῾ἐπιθέσεις τν λλων πού τόν πίεζαν νά μή κραυγάζει στόν Κύριο. Καί πιμονή του ατή καί νδρεία του πιβραβεύτηκαν: πέβλεψε Κύριος καί τόν θεράπευσε. Στή στροφή μας πρός τόν Κύριο, πολύ περισσότερο στίς νοερές κραυγές μας πρός Ατόν πρός κζήτηση το λέους Του θά συναντήσουμε πειρασμούς καί μπόδια: καί πό τά δικά μας πάθη - διος Κύριος πεκάλυψε τι σωτερική καθαρσία μας λόγω τν παθν μας εναι κενο πού μς μποδίζει πρωτίστως γιά νά Τόν δομε: μακάριοι ο καθαροί τ καρδί τι ατοί τόν Θεόν ψονται επε – καί πό τόν πεσμένο στήν μαρτία κόσμο μας καί πό τόν διο τόν Πονηρό. Οπως τό λέει καί πόστολος: ῾῾Η πάλη μν οκ στιν πρός αμα καί σάρκα, λλά πρός πρός τά πνευματικά τς πονηρίας, πρός τόν κοσμοκράτορα το αἰῶνος τούτου.

3. Ωστε: νθρωπος ναβλέπει, βρίσκει τό φς του, πού σημαίνει μετέχει στόν διο τόν Θεό γευόμενος δη πό τόν κόσμο τοτο τή σωτηρία του, ταν ναγνωρίζει τήν πνευματική του φτώχεια, ταν στρέφεται πρός τόν Χριστό ς τόν Σωτήρα του, ταν μέ νδρεία ψυχς καί πιμονή ντιμετωπίζει τούς διαφόρους πειρασμούς καί τά μπόδια. Πς μως πάρχει πιβεβαίωση γιά λα ατά; Πς δηλαδή ποδεικνύεται ῾ἀντικειμενικά τι Χριστός γγιξε τά νοερά μάτια καί ρθή πίστη το νθρώπου φερε τήν νάβλεψή του; Καί πάλι θεραπευθείς τυφλός γίνεται τύπος:

 Μέ νοικτούς φθαλμούς πιά λόγω τς πέμβασης το Κυρίου Τόν κολουθε δοξολογώντας τόν Θεό μαζί μέ τόν πόλοιπο λαό. Καί παραχρμα νέβλεψε, καί κολούθει ατ δοξάζων τόν Θεόν. Καί πς λαός δών δωκεν ανον τ Θεῷ᾽. Κι ατό θά πε: κι μες πιβεβαιώνουμε τή θεραπεία μας καί τό νοιγμα τν πνευματικν φθαλμν μας ταν ζωή μας συνιστ πιά μία κολουθία το Κυρίου σύν πσι τος γίοις, δηλαδή στήν Εκκλησία Του. Στόν βαθμό πού ζωή μας κινεται δοξολογικά καί τό δόξα Σοι Θεός δέν λείπει πό τά χείλη μας, στόν βαθμό πού θυσιαστική γάπη μας πρός τόν συνάνθρωπο - ,τι ποτελε πυρήνα τς κολουθίας τν χνν το Κυρίου – γίνεται τροχιά τς ζως μας, στόν βαθμό πού δέν ατονομούμαστε, λλά νιώθουμε μέλη το σώματος το Χριστο, τότε ναί! μπορομε νά νιώθουμε τι βρισκόμαστε μέσα στή χάρη το Θεο καί τά μάτια μας βλέπουν τίς θαυμαστές νέργειές Του σέ λον τόν κόσμο.

γ. Ο μέγας Πατήρ γιος Γρηγόριος Παλαμς συνήθιζε νά κραυγάζει: Φώτισόν μου τό σκότος, Κύριε. Πρόκειται γιά παραλλαγή τς κραυγς το τυφλο το Εαγγελίου. Δέν πάρχει περίπτωση νά εναι κανείς χριστιανός χωρίς τήν παρόμοια κραυγή, χωρίς τήν κραυγή τς Εκκλησίας Κύριε λέησον. Εναι μόνη προϋπόθεση μέ τά δεδομένα πού επαμε πού Κύριος μς κούει καί μς θεραπεύει. Διότι πς ς ν πικαλέσηται τό νομα Κυρίου σωθήσεται.


Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' ΛΟΥΚΑ ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ


Κυριακή ΚΑ΄ Επιστολών, Αποστ. Ανάγνωσμα Γαλ. 2, 16-20 (17-11-2013)



 

Πρωτότυπο Κείμενο

«Αδελφοί, ειδότες οτι ου δικαιούται άνθρωπος εξ έργων νόμου εαν μη δια πίστεως Ιησού Χριστού, και ημείς εις Χριστόν Ιησούν επιστεύσαμεν, ινα δικαιωθώμεν εκ πίστεως Χρίστου και ουκ εξ έργων νόμου, διότι ου δικαιωθήσεται εξ έργων νόμου πάσα σαρξ. Ει δε ζητούντες δικαιωθήναι εν Χριστώ ευρέθημεν και αυτοί αμαρτωλοί, αρα Χριστός αμαρτίας διάκονος; Μη γένοιτο. Ει γαρ α κατέλυσα ταύτα πάλιν οικοδομώ, παραβάτην εμαυτόν συνίστημι. Εγω γαρ δια νόμου νόμω απέθανον, ινα Θεω ζήσω. Χριστώ συνεσταύρωμαι· ζω δε ουκέτι εγω, ζη δε εν εμοί Χριστός· ο δε νυν ζω εν σαρκί, εν πίστει ζω τη του υιού του Θεού του αγαπήσαντος με και παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού.»

Νεοελληνική Απόδοση

«Αδελφοί, ξέρουμε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί με την τήρηση των διατάξεων του νόμου. Αυτό γίνεται μόνο με την πίστη στον Ιησού Χριστό. Γι’ αυτό κι εμείς πιστέψαμε στον Ιησού Χριστό, για να δικαιωθούμε με την πίστη στο Χριστό κι όχι με την τήρηση του νόμου· γιατί με τα έργα του νόμου δεν θα σωθεί κανένας άνθρωπος. Αν όμως, ζητώντας να σωθούμε από τον Χρίστο, βρεθήκαμε να είμαστε και ‘μείς αμαρτωλοί όπως οι εθνικοί, σημαίνει τάχα πως ο Χριστός οδηγεί στην αμαρτία; Όχι βέβαια! Γιατί, αν ότι γκρέμισα το ξαναχτίζω, είναι σαν να ομολογώ πως έκανα λάθος όταν το γκρέμιζα. Κι αληθινά, με κριτήριο τον νόμο, έχω πεθάνει για τη θρησκεία του νόμου, για να βρω τη ζωή κοντά στο Θεό. Έχω πεθάνει στον σταυρό μαζί με τον Χριστό. Τώρα πια δεν ζω εγώ, αλλά ζει στο πρόσωπο μου ο Χριστός. Κι η τωρινή σωματική μου ζωή είναι ζωή βασισμένη στην πίστη μου στον Υιό του Θεού, που με αγάπησε και πέθανε εκούσια για χάρη μου».

Σχολιασμός

            Η συγκεκριμένη αποστολική περικοπή είναι παρμένη από το δεύτερο κεφάλαιο της προς Γαλάτας επιστολής του Αποστόλου Παύλου. Την περιοχή της Γαλατίας επισκέφθηκε ο Απόστολος Παύλος κατά την πρώτη του αποστολική περιοδεία κατά τα έτη 45-48 μ.Χ., συνοδευόμενος από τον Απόστολο Βαρνάβα. Στη συγκεκριμένη αποστολική περικοπή, ο απόστολος Παύλος, αναφέρεται σε ένα πρόβλημα το οποίο άρχισε να εμφανίζεται στις Εκκλησίες τις οποίες ίδρυσε στην εκεί περιοχή. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν οι εξ Ιουδαίων Χριστιανοί άρχισαν να υποστηρίζουν ότι είναι αναγκαίο από όλους η τήρηση των διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου. Αναφορά για το πρόβλημα αυτό γίνεται και στις Πράξεις των Αποστόλων. «Εάν μη περιτέμνησθε τω έθει Μωϋσέως ου δύνασθαι σωθήναι» (Πραξ. 15:1). Άρχισαν επίσης να αμφισβητούν το αποστολικό αξίωμα του αποστόλου Παύλου λέγοντας ότι δεν είναι απόστολος ισάξιος με τους δώδεκα και ότι διδάσκει την αποδέσμευση από το Μωσαϊκό Νόμο για να γίνει αρεστός στους εξ’ εθνών Χριστιανούς. Αντιμετωπίζει λοιπόν το πρόβλημα αυτό ο Απόστολος Παύλος, γράφοντας τη συγκεκριμένη επιστολή σαν υπενθύμιση σε όσα τους είχε διδάξει και να τους βοηθήσει να παραμείνουν στην ελευθερία την οποία προσφέρει το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού.

            Με την επιστολή αυτή ο Απόστολος Παύλος τονίζει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει δίκαιος ενώπιόν του Θεού με την τήρηση των τυπικών διατάξεων του παλαιού μωσαϊκού νόμου, αλλά μόνο με την αληθινή πίστη στον Ιησού Χριστό. Η ιδιαιτερότητα της χριστιανικής πίστεως φανερώνεται στο έργο του Ιησού Χριστού και κυρίως στη σταυρική του θυσία. Η σταυρική θυσία του Χριστού αποτελεί την ελευθερία των ανθρώπων από την τήρηση των τυπικών διατάξεων του Νόμου. Επιστρέφοντας στο Νόμο σημαίνει αμέσως και την υποτίμηση της σταυρικής θυσίας του Ιησού Χριστού αλλά της ελευθερίας που προσφέρει.

 

 

Αυτό λοιπόν έκαναν οι Ιουδαΐζοντες Χριστιανοί, αμφισβητούσαν την ελευθερία που προφέρει ο Σταυρός του Χριστού, την πηγή δηλαδή της ελευθερίας. Πίστευαν και υποστήριζαν ότι είναι απαραίτητη για τη σωτηρία η τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου απ’ όλους. Ο Νόμος όμως αποτελεί όπως θα μας πει στο τρίτο κεφάλαιο της προς Γαλάτας Επιστολή «παιδαγωγόν εις Χριστόν, ίνα εκ πίστεως δικαιωθώμεν», ώστε «ελθούσης δε της πίστεως ουκέτι υπό παιδαγωγόν εσμέν» (Γαλ. 3,24-25). Η σωτηρία απευθύνεται λοιπόν, προς όλους τους ανθρώπους δια μέσου  της πίστεως στον Ιησού Χριστό, χωρίς να διακρίνει τους ανθρώπους με βάση την τήρηση ή μη του Μωσαϊκού Νόμου. Το γεγονός ότι πολλοί από τους εξ Ιουδαίους Χριστιανούς αποδέχονται το Ευαγγέλιο του Χριστού, φανερώνει ότι ο Νόμος αδυνατεί να τους σώσει και γι αυτό το λόγο τον εγκαταλείπουν και ακολουθούν το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού.

            Παρακάτω συνεχίζει ο Απόστολος Παύλος λέγοντας μας: «Χριστώ συνεσταύρωμαι˙ ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Ο Σταυρός δηλαδή του Ιησού Χριστού αποτελεί το σημείο στο οποίο πρέπει να προσβλέπουμε για τη σωτηρία μας. Με τη θυσία του στο Σταυρό ο Ιησούς μας εκδήλωσε την απεριόριστη και ανιδιοτελή αγάπη του προς τον καθένα μας ξεχωριστά. Η τήρηση μόνο των τυπικών διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου και η μη πίστη προς Αυτόν, σημαίνει την υποτίμηση της σταυρικής του θυσίας και της αγάπης που μας έχει δώσει. Καταδικάστηκε ο Ιησούς στο όνομα του Νόμου, αλλά ο θάνατός του είχε ως αποτέλεσμα την ελευθερία των ανθρώπων από την τυπολατρική τήρηση των διατάξεων του Νόμου.

            Η ένωσή μας λοιπόν με τον Ιησού που αποτελεί την ουσία αυτής της ζωής, επιτυγχάνεται μέσω της πίστεως στον Ιησού Χριστό και όχι απλά της τήρησης των διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου. Η σωτηρία μας πηγάζει από την αστείρευτη αγάπη του Χριστού προς εμάς, η οποία τον οδήγησε μέχρι το σταυρικό θάνατο. Έτσι και Απόστολος Παύλος μας καλεί να ενωθούμε με το Χριστό σταυρώνοντας τον παλιό εαυτό μας και αποβάλλοντας την αμαρτία, έτσι θα αποκτήσουμε τη δύναμη που χρειάζεται για να αντιμετωπίζουμε καθημερινά όσα προβλήματα συναντούμε.

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013


Κυριακή Η’ Λουκά – Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη

Ευαγγέλιο Κυριακής: Λουκ. ι’ 25-37

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νομικός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 26 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; 27 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· 28 εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ. 29 ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν  Ἰησοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; 30 ὑπολαβὼν δὲ ὁ  Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ  Ἱερουσαλὴμ εἰς  Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. 31 κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. 32 ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε. 33 Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ᾿ αὐτόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, 34 καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ· 35 καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι. 36 τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; 37 ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ  Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.

Ο καλός Σαμαρείτης

Οι «άνθρωποι του Θεού»

—Διδάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή; ρώτησε κάποτε ένας νομοδιδάσκαλος τον Κύριο θέλοντας να Τον παγιδεύσει. Κι Εκείνος τον παρέπεμψε στις εντολές του Μωσαϊκού Νόμου. Τότε ο νομοδιδάσκαλος ανέφερε τις δύο βασικότερες εντολές της Παλαιάς Διαθήκης, την αγάπη προς το Θεό και την αγάπη προς τον πλησίον. Θέλοντας όμως να δικαιολογηθεί, επειδή έθεσε ένα ερώτημα στο οποίο του ήταν γνωστή η απάντηση, έθεσε κι ένα δεύτερο: Ποιον πρέπει να θεωρώ πλησίον μου; Αυτό το ερώτημα στάθηκε η αφορμή να διηγηθεί ο Κύριος μία υπέροχη παραβολή, την παραβολή του καλού Σαμαρείτη.

Κάποιος άνθρωπος, είπε, κατέβαινε από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ και έπεσε σε ενέδρα ληστών, οι οποίοι τον λήστεψαν, τον έγδυσαν, τον καταπλήγωσαν και τον εγκατέλειψαν μισοπεθαμένο. Κάποια στιγμή ένας ιερεύς που κατέβαινε στο δρόμο εκείνο, ενώ τον είδε από μακριά, πέρασε από το απέναντι μέρος χωρίς να του δώσει καμία βοήθεια. Παρόμοια και κάποιος Λευίτης, υπηρέτης του ναού, έφθασε στο μέρος εκείνο. Αυτός φάνηκε ακόμη πιο άσπλαχνος. Ήλθε πολύ κοντά, είδε την άθλια κατάσταση του πληγωμένου ανθρώπου κι έφυγε. Ο ιερεύς έφυγε από ενστικτώδη φιλαυτία, ενώ ο Λευίτης έπειτα από υπολογισμό.

Και τα δύο όμως πρόσωπα, ο ιερέας και ο Λευίτης είχαν κάτι κοινό: Ήταν δύο πρόσωπα που είχαν αξίωμα και έργο ιερό. Αυτοί εξαιτίας της ιδιότητάς τους θα έπρεπε περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο της εποχής εκείνης να είναι συμπονετικοί και σπλαχνικοί, να δείξουν αγάπη στον ετοιμοθάνατο διαβάτη. Αυτοί λόγω της θέσεώς τους δίδασκαν και τους άλλους το καθήκον της αγάπης προς τον πλησίον. Κι όμως αθέτησαν το καθήκον τους αυτό. Είναι θλιβερό, εκείνοι που θα έπρεπε να δίνουν το παράδειγμα της αγάπης, να γίνονται παραδείγματα σκληρότητος. Οι άνθρωποι του Θεού να δυσφημούν τόσο πολύ το Θεό.

Κάτι  τέτοιο δυστυχώς επαναλαμβάνεται πολλές φορές μέσα στην ιστορία σε «ανθρώπους του Θεού». Και είναι φοβερό να συμβαίνει κάποτε και σε μας. Σε μας που θέλουμε να είμαστε άνθρωποι της Εκκλησίας, να αποδεικνυόμαστε στην πράξη άσπλαχνοι, σκληροί, αδιάφοροι στον ανθρώπινο πόνο. Είναι τραγικό να ισχύει κάτι τέτοιο και για μας. Εάν δεν δείξουμε εμείς οι πιστοί χριστιανοί αγάπη, ποιος άλλος θα δείξει; Ο Κύριός μας το ξεκαθάρισε ότι χωρίς την αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας, Βασιλεία ουρανών δεν πρόκειται να κληρονομήσουμε. Η αγάπη προς τον πλησίον είναι η σφραγίδα της γνησιότητός μας, η βασική προϋπόθεση της σωτηρίας μας.

Ο Χριστός, καλός Σαμαρείτης



Η συνέχεια της παραβολής είναι γνωστή. Κάποια στιγμή ένας Σαμαρείτης που διάβαινε από το δρόμο εκείνο είδε τον καταπληγωμένο άνθρωπο, πλησίασε κοντά του και τον σπλαχνίστηκε. Δεν φοβήθηκε μην πάθει τα ίδια, έμεινε κοντά του, έπλυνε τα τραύματά του, τα άλειψε με λάδι και κρασί, τα έδεσε με επιδέσμους. Και αφού με πολύ κόπο ανέβασε τον άνθρωπο αυτόν στο ζώο του, τον μετέφερε σε κάποιο πανδοχείο και τον περιποιήθηκε όλη τη νύχτα. Και την άλλη μέρα το πρωί έδωσε δύο δηνάρια στον ξενοδόχο και του είπε: Περιποιήσου τον για να γίνει καλά. Και ό,τι άλλο ξοδέψεις, καθώς θα επιστρέφω στην πατρίδα μου και θα περάσω πάλι από εδώ, θα σου το εξοφλήσω.

Λοιπόν, ρώτησε ο Κύριος το νομοδιδάσκαλο, ποιος από τους τρεις αυτούς επιτέλεσε το καθήκον του προς τον πλησίον; Κι εκείνος απάντησε: Αυτός που τον συμπόνεσε και τον ελέησε. Ο Κύριος τότε του είπε: Πήγαινε και κάνε κι εσύ το ίδιο.

Αυτή την προσταγή δίνει και σε μας ο Κύριος. Μας ζητά δηλαδή να δείχνουμε αγάπη σε κάθε άνθρωπο που πάσχει, χωρίς να εξετάζουμε αν αυτός είναι δικός μας, ξένος ή εχθρός μας, και χωρίς να υπολογίζουμε θυσίες και κόπους και δαπάνες. Αυτό μας το δίδαξε ο Κύριος όχι μόνο μέσα από την παραβολή αυτή αλλά πολύ περισσότερο μέσα από τη ζωή του. Διότι ο ίδιος έγινε ο καλός Σαμαρείτης για μας. Αγάπησε τους ανθρώπους μέχρι θανάτου. Η αγάπη του κορυφώθηκε και έλαμψε σε όλο το μεγαλείο επάνω στο Σταυρό. Και μας ζητά να μάθουμε κι εμείς να αγαπάμε, να γινόμαστε καλοί Σαμαρείτες στους γύρω μας.

Δυστυχώς όμως στην εποχή μας, ενώ όλοι μιλούμε για αγάπη, πραγματική αγάπη δεν έχουμε. Κι αυτό φαίνεται περισσότερο στις σχέσεις μας με τα δικά μας πρόσωπα. Πώς τους μιλάμε, πώς τους φερόμαστε; Αλλά αν δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε τους δικούς μας, πόσο μάλλον τους ξένους; Γι΄ αυτό υποφέρουμε. Διότι αγάπη σημαίνει θυσία, σημαίνει να δίνουμε κι όχι να απαιτούμε να γίνουν οι άλλοι καλοί για να τους αγαπήσουμε. Αγάπη σημαίνει να γίνει πλατιά η καρδιά μας όπως των αγίων για να χωράει όλους, ακόμη κι αυτούς που μας δυσκολεύουν. Να τους προσφέρουμε την αγάπη μας με απαλό τρόπο, χωρίς να έχουν την αίσθηση ότι κάνουμε προσπάθεια για να τους αγαπήσουμε. Να ακούμε με πόνο τον πόνο τους, να τους ανακουφίζουμε στο πρόβλημά τους. Κατανοώντας το χαρακτήρα τους, να διαισθανόμαστε την κούρασή τους, τις δυσκολίες τους, τις επιθυμίες τους. Και να τους προσφέρουμε την αγάπη μας άλλοτε μ’ ένα στοργικό λόγο κι άλλοτε με τη σιωπή μας· άλλοτε με τη διακονία μας κι άλλοτε με θυσίες που κοστίζουν ίσως πολύ. Έτσι θα γίνουμε καλοί Σαμαρείτες. Έτσι θα δούμε πρόσωπο Θεού.

Περιοδικό “Ο Σωτήρ”, τ. 1988

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΚΑΤΙ ΩΦΕΛΙΜΟΝ ! ΑΝ ΕΙΧΑΜΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΟΠΩΣ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΜΑΣ...






Αναρωτιέμαι, τι θα γινόταν αν μεταχειριζόμασταν την Αγία Γραφή όπως το κινητό μας τηλέφωνο;
-Αν θα την κουβαλούσαμε μαζί μας παντού;
-Αν θα γυρνούσαμε πίσω να την πάρουμε;
-Αν «σερφάραμε» σ’ αυτήν πολλές φορές την ημέρα;
-Αν θα την χρησιμοποιούσαμε για να λάβουμε μηνύματα;
-Αν την μεταχειριζόμασταν σαν να μην μπορούσαμε να ζήσουμε χωρίς αυτήν;
-Αν την δίναμε ώς δώρο στα παιδιά;
-Αν θα την χρησιμοποιούσαμε, ενώ ταξιδεύαμε;
-Αν την χρησιμοποιούσαμε σε περίπτωση ανάγκης;
Μήπως να το κάνεις;
-Ωωωωχ, που είναι η Αγία Γραφή μου;
Α, και κάτι ακόμη. Σε αντίθεση με το κινητό σας, η Αγία Γραφή σας δεν πρόκειται ποτέ να αποσυνδεθεί, επειδή ο Ιησούς έχει ήδη πληρώσει τον λογαριασμό!

Ουράνια Μηνύματα – Εκδ. «ΛΥΔΙΑ»
Πηγή:hellas-orthodoxy

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΠΑΜΜΕΓΙΣΤΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ


ΚΗΡΥΓΜΑ 
ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗΝ ΤΩΝ
ΠΑΜΜΕΓΙΣΤΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ

Ο άνθρωπος της εποχής μας περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, επιδιώκει την εφαρμογή των αρχών της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ισότητας. Αναζητεί την αναγνώρισή του ως άτομο αξίας. Ο κόσμος είναι κουρασμένος και ταλαιπωρημένος από τις ακατάπαυστες διαμάχες και εκμεταλλεύσεις των κοσμικών δυνάμεων, οι οποίες αποβλέπουν αποκλειστικά και μόνον στο προσωπικό τους συμφέρον και στην εκμετάλλευση του ανθρώπου. Η εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος, έχει παραμερισθεί, διότι, όπου κυριαρχεί το συμφέρον, εκεί καταπατείται ο άνθρωπος

 Η Ορθοδοξία είναι η μόνη οδός, που οδηγεί τον άνθρωπο στην σωστή θεώρηση περί του Θεού, περί της ζωής και περί τα του εαυτού του. Είναι η μοναδική δύναμη, που αγκαλιάζει την σκληρή από την αμαρτία ψυχή και εμφυτεύει μέσα της την μετάνοια. Είναι η μόνη, που οδηγεί τον αμαρτωλό άνθρωπο από την λάσπη της αμαρτίας στην αγιότητα και τον αποκαθιστά στην υιοθεσία της Χάριτος του Θεού.

Ο άνθρωπος, που ζει μακριά από τον Θεό, είναι επόμενο να βιώνει την κυριαρχία ενός σκότους που δεν του επιτρέπει να δει και να αντιλαμβάνεται ορθά τα διάφορα προβλήματα της ζωής. Το θρησκευτικό δόγμα παίζει οπωσδήποτε σημαντικό ρόλο στη ζωή του ατόμου. Βάσει του ορθού ή μη δόγματος διαμορφώνεται ο όλος βίος του ανθρώπου. Γι’ αυτό μέσα στο χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας οι Άγιοι Ταξιάρχες έχουν ιδιαίτερη θέση και αξία.

Εκείνο που χαρακτηρίζει τον ορθόδοξο χριστιανό, είναι το γεγονός ότι ο ίδιος αποχωρίζεται από την αγάπη προς την αμαρτία, την αμαρτωλή ζωή και τα αμαρτωλά πάθη, και αφοσιώνεται πλήρως στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπό του. Χωρίζεται από τον κόσμο, αλλ’ ουδέποτε απομακρύνεται από τον συνάνθρωπό του. Θέλει την επικοινωνία με τον Θεό, αλλά κοινωνεί με τους συνανθρώπους του. Ζει αγγελική πολιτεία, μιμούμενος την φωτοφόρο ζωή των Αγγέλων, αλλά γίνεται ταυτόχρονα φως και παράδειγμα για τους γύρω του, είναι πολύ κοντά ή μακριά του.

Χρέος μας είναι να προσθέτουμε στις αρχικές θείες ενέργειες τις δικές μας καλές πράξεις, τα έργα πίστεως, ώστε τα μηνύματα του Ευαγγελίου να ενσωματωθούν πλήρως με την όλη προσωπικότητά μας. Μ’ αυτό τον τρόπο αναδεικνυόμεθα άτομα αναγεννημένα, υιοί φωτός, άξιοι του ονόματος και της κλήσεώς μας ως τέκνα Θεού.

Η αγάπη του Παντοδυνάμου Θεού είναι μία ιδιότητα που εξωτερικεύεται με τη δημιουργία από την ανυπαρξία τόσον του αοράτου κόσμου ή του κόσμου των αγγέλων, όσον με την δημιουργία του υλικού και ορατού σύμπαντος. Η αποκορύφωση της όλης δημιουργικής αγάπης του Θεού εκδηλώνεται με την πλάση του ανθρώπου και τελικά με την εν Χριστώ σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

Ο κόσμος των Αγγέλων ήταν η πρώτη δημιουργική πράξη του Θεού. Οι άγιοι Άγγελοι είναι νοητά κτίσματα, άυλα πνεύματα και αεικίνητα. Οι Άγγελοι είναι ελεύθερα και αυτεξούσια πνεύματα• είχαν την απόλυτη ελευθερία, εάν ήθελαν, να μείνουν σταθεροί στην αγιότητα , ή να στραφούν προς το κακό, όπως συνέβη με τον Εωσφόρο, που επινόησε το κακό, και όλους τους αγγέλους που τον ακολούθησαν και έπεσαν. Οι Άγγελοι είναι ασώματοι και υπηρετούν τον Θεό δοξολογώντας ακατάπαυστα την αγιότητα και την άπειρή Του δύναμη. Ο Θεός δημιούργησε τους αγγέλους από την αρχή αθανάτους και ξένους προς την φθορά και τον θάνατο. Είναι όμως τρεπτοί ως προς την φύση και τη γνώμη τους, δηλαδή έχουν την δυνατότητα να αλλάξουν την φύση τους και από το καλό να μεταπηδήσουν στο κακό. Την δόξα και λαμπρότητά τους την λαμβάνουν από τον Θεό. Οι Άγγελοι είναι περιγραπτοί, δεν παρευρίσκονται παντού, όπως συμβαίνει με τον Θεό.

Οι σημερινοί εορταζόμενοι Άγιοι Ταξιάρχες, είναι το υπόδειγμα για τον κάθε Χριστιανό, διότι ως λύχνοι πού καίνε και ως λαμπάδες πού λιώνουν  υπηρετούν με πίστη και αφοσίωση το θείο θέλημα, αναδεικνυόμενοι προστάτες και βοηθοί των ανθρώπων που με ελπίδα καταφεύγουν σ’ αυτούς και με πίστη επιζητούν την Χάρη τους. Ως πολύφωτοι αστέρες μέσα στο λαμπρό στερέωμα της Εκκλησίας του Χριστού, διαχέουν το φως της αγγελικής πολιτείας σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Ο Θεός, όταν δημιούργησε τους Αγγέλους, τους έδωσε να έχουν την απόλυτη ελεύθερη γνώμη. Έπρεπε όμως να αποδείξουν ότι ήταν άξιοι της τιμής με την οποία τους κόσμησε. Γι’ αυτό δοκιμάστηκε η πίστη τους. Ένας απ’ αυτούς, ο Εωσφόρος, που ήταν ο πρώτος όλων των αγγελικών Ταγμάτων, αυτός που ήταν ο ωραιότερος, δυνατότερος και λαμπρότερος, υπερηφανεύθηκε και πίστεψε ότι μπορεί να αντικαταστήσει τον Θεό και να στήσει τον θρόνου του πιο πάνω από τον  Θεό. Αυτό ήταν το αμάρτημά του. Υπερηφανεύθηκε!

Επαναστάτησε εναντίον του Θεού και μαζί του παρέσυρε μεγάλο αριθμό αγγέλων, που με την πτώση τους μετατράπηκαν από φωτεινούς αγγέλους σε σκοτεινούς και από αγίους σε πονηρούς. Όταν έπεσαν οι πονηροί άγγελοι, που ονομάζονται δαίμονες, συγκεντρώθηκαν όλα τα επουράνια Τάγματα και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ στάθηκε στο κέντρο και αναφώνησε: «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου Θεού» και αμέσως οι άγιοι Άγγελοι στάθηκαν πιστοί προς τον Θεό και δεν ακολούθησαν την πονηρά σκέψη του Εωσφόρου. Αυτό, λοιπόν, το γεγονός εορτάζουμε σήμερα. Δεν γιορτάζομε την πτώση του Εωσφόρου και των πονηρών του πνευμάτων, αλλά γιορτάζομε τη συνάθροιση των αγίων Αγγέλων που έδειξαν πίστη ορθή και ακλόνητη στον Ένα Αληθινό Θεό και Δημιουργό των όλων. Συναθροίστηκαν οι άγιοι Άγγελοι για να εκφράσουν την πίστη τους στο Δημιουργό τους και από τότε παρέμειναν σταθεροί στην αγιότητα και στο καλό.

Το γεγονός αυτό μας υπενθυμίσει δύο πράγματα: Πρώτον, εάν οι άγγελοι που έπεσαν στην υπερηφάνεια, έχασαν την αξία τους και τη λαμπρότητά τους εξ αιτίας της αμαρτίας, πόσο μάλλον θα συμβεί σε μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, εάν δεν στεκόμαστε στο ύψος των αρετών; Εάν στον Εωσφόρο συνέβη κάτι τόσο ανεπανόρθωτο κακό, επειδή δεν πρόσεξε και στράφηκε στο κακό, πόσο μάλλον θα συμβεί σ’ εκείνους που θεληματικά μένουν προσκολλημένοι στην αμαρτία; Δεύτερον, πρέπει να παραδειγματιστούμε από την πιστότητα των αγίων Αγγέλων.

Ένα άλλο σημαντικό σημείο που μας υπενθυμίζει η σημερινή εορτή των Ταξιαρχών, είναι ότι ο λύχνος της χριστιανικής μας ύπαρξης πού πρέπει να φέγγει επάνω στον  λυχνοστάτη, αλλά και  οι χριστιανικές μας αρχές πρέπει να διαλαλούνται από οποιαδήποτε κοινωνική θέσηNα κατέχουμε και να χύνουμε   στους   γύρω   μας το παρήγορο και ιλαρό φως της Πίστης, της ελπίδας και της αγάπης.

Οι Άγιοι Ταξιάρχες αναδείχθηκαν με την αφοσίωση τους στον Ένα Αληθινό Θεό κανόνες της ορθής πίστης. Υπήρξαν οι προστάτες και οι υπερασπιστές όλων εκείνων που χειμάζονται από τα ποικιλόμορφα προβλήματα της καθημερινότητας.

Η σημερινή γιορτή των Ταξιαρχών μας δίδει την αφορμή να κάνουμε μια ανασκόπηση του εαυτού μας. Να εξετάσουμε, κατά πόσο εφαρμόζουμε τις θείες εντολές του Κυρίου, κατά πόσο είμαστε πιστοί στον Σωτήρα Χριστό μας, κατά πόσο επιβλέπουμε στις ανάγκες των φτωχών, κατά πόσο ανακουφίζουμε τον πόνο των ασθενών.

Και από τα βάθη της καρδιάς μας, ας του ζητήσουμε να μας αξιώσει να γίνουμε και εμείς “φως Χρίστού” . Να ζήσουμε μια αγγελική πολιτεία, μιμούμενοι τους δύο Παμμεγίστους Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ. Και τέλος, να διασκορπίζουμε, με την παραδειγματική μας ζωή, τα μηνύματα της ελπίδας για μια καλύτερη κοινωνία απαλλαγμένη από τις συμφορές του βίου, τον πόνο και την δυστυχία.

 
Αναρτήθηκε από ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΑ στις 10:30:00 π.μ.