Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Κυριακή τΚυριακή των Βαΐων – Η είσοδος στην αγία πόλη

Κυριακή τΚυριακή των Βαΐων – Η είσοδος στην αγία πόλη
Ευαγγέλιο Κυριακής: Ιωάν. ιβ΄ 1-18
Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ  Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ,  Ἰούδας Σίμωνος  Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ  Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9  Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν  Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν  Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν  Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν  Ἰησοῦν.
12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται  Ἰησοῦς εἰς  Ἱεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ  Ἰσραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ  Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ  Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17  Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.
Η είσοδος στην αγία πόλη
Το μύρο της Αγάπης
Έξι μέρες πριν από την εορτή του Πάσχα ήλθε ο Ιησούς στη Βηθανία στο σπίτι του Λαζάρου, τον οποίο είχε αναστήσει πριν λίγες μέρες. Εκεί οι συγγενείς του Λαζάρου από ευγνωμοσύνη για το θαύμα που έκανε ο Κύριος, Του ετοίμασαν δείπνο· και η αδελφή του Λαζάρου Μάρθα Τον διακονούσε. Η Μαρία, η άλλη του αδελφή, είχε αγοράσει πανάκριβο μύρο, άλειψε μ’ αυτό τα πόδια του Ιησού και το σπίτι όλο γέμισε από την ευωδία του μύρου.  Όταν όμως είδε την πράξη αυτή ο φιλάργυρος Ιούδας, διαμαρτυρήθηκε έντονα: γιατί να χυθεί άσκοπα το μύρο και να μην πουληθεί για να δοθεί ως ελεημοσύνη στους πτωχούς; Δεν ενδιαφερόταν βέβαια για τους πτωχούς, αλλά το είπε αυτό διότι κρατούσε το ταμείο κι από αυτό υπέκλεπτε χρήματα. Τότε ο Ιησούς του απάντησε: Άφησε ήσυχη τη γυναίκα, διότι φύλαξε το μύρο αυτό για τον ενταφιασμό μου. Τους φτωχούς πάντοτε θα τους έχετε κοντά σας, εμένα όμως όχι.
Με τα λόγια αυτά ο Κύριος επιβράβευσε την πράξη αυτή της Μαρίας. Γιατί άραγε; Είχε ανάγκη ο Κύριος από το μύρο της; Όχι ασφαλώς. Αλλά διότι η Μαρία με την πράξη της αυτή εκδήλωσε μια αληθινή και γνήσια αγάπη και ευγνωμοσύνη προς τον ευεργέτη της, πολύ ανώτερη από αυτήν που είχαν άλλοι. Πρόσφερε το πολύτιμο μύρο της με τόση αφθονία, χωρίς να υπολογίσει το πολύ μεγάλο οικονομικό κόστος του. Εάν είχε κάτι άλλο πολυτιμότερο να προσφέρει στον Κύριο, θα το προσέφερε κι αυτό. Τι κι αν οι μαθητές δεν κατενόησαν τότε την πράξη της; Τι κι αν ο Ιούδας διαμαρτυρήθηκε δόλια; Η Μαρία δεν φοβήθηκε καμία αντίδραση. Δεν αδιαφορούσε βέβαια για τους πτωχούς, αλλά αγαπούσε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο τον Κύριό της.
Η αγάπη και ευγνωμοσύνη της Μαρίας έκρυβε επιπλέον και βαθιά ταπείνωση. Διότι στους Ιουδαίους θεωρούνταν εξευτελισμός να παρουσιασθεί μία γυναίκα με ξέμπλεκα τα μαλλιά της μπροστά σε άλλους. Και μάλιστα να κάνει ένα έργο τόσο ταπεινωτικό! Αυτή όμως δεν δίστασε να κάνει κάτι που θα την ταπείνωνε. Αυτή ήθελε να εκδηλώσει την αγάπη της προς τον Κύριο. Τίποτε άλλο δεν σκεφτόταν. Διότι αισθανόταν ότι ο Κύριος ήταν ευεργέτης της, ο λυτρωτής της και όλου του κόσμου.
Με την πράξη της αυτή η Μαρία διδάσκει κι εμάς ότι η αγάπη μας και η ευγνωμοσύνη μας προς τον Κύριο δεν πρέπει να μειώνεται από κανένα εμπόδιο. Και ότι όταν αυτή η αγάπη μας προς τον Κύριο είναι η πρώτη και μεγαλύτερη, τότε επιστρέφει πίσω σε μας πολύ πιο πλούσια. Διότι η Μαρία απ’ αυτή την πράξη της δέχθηκε την πνευματική ευωδία του Χριστού, τη χάρη του και την ευλογία του. Ας προσφέρουμε λοιπόν κι εμείς στον Κύριο το μύρο της αγάπης, της ευγνωμοσύνης και της λατρείας μας και θα αισθανθούμε το μύρο της θείας αγάπης να ευωδιάζει μέσα μας και γύρω μας, και να ζωογονεί την ψυχή μας.
Ο Βασιλιάς της κτίσεως
Την επόμενη ημέρα λαός πολύς που είχε έλθει στην Ιερουσαλήμ για την εορτή του Πάσχα,  μόλις άκουσαν ότι έρχεται ο Ιησούς στην αγία πόλη, πήραν στα χέρια του κλαδιά από φοίνικες και βγήκαν από την πόλη για να Τον υποδεχθούν. Και καθώς Τον έβλεπαν να εισέρχεται καθισμένος πάνω σ’ ένα πουλάρι, παραληρούσαν και με συγκίνηση κι ενθουσιασμό φώναζαν: «Ωσαννά, ευλογημένος είναι αυτός που έρχεται απεσταλμένος από τον Κύριο. Αυτός είναι ο ένδοξος βασιλιάς του Ισραήλ που περιμέναμε!». Έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία του Ζαχαρίου που έλεγε: «Μη φοβάσαι, Ιερουσαλήμ, έρχεται ο βασιλιάς σου καθισμένος πάνω σ’ ένα πουλάρι». Εν τω μεταξύ τα πλήθη όλο και αυξάνονταν. Οι Φαρισαίοι όμως βλέποντας τον ενθουσιασμό του πλήθους ερεθίστηκαν πολύ και σκέφθηκαν να συλλάβουν τον Κύριο το συντομότερο

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Κυριακή Β’ Νηστειών

Κυριακή Β’ Νηστειών

Απόστολος Κυριακής: Εβρ. α’ 10 – β’ 3
Κατ’ ἀρχάς σύ, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· 11 αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις· καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, 12 καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται· σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι. 13 πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέλων εἴρηκέ ποτε· κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου; 14 οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;
1 ΔΙΑ τοῦτο δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι, μή ποτε παραρρυῶμεν. 2 εἰ γὰρ ὁ δι’ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, 3 πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη.
Χριστός, η Αρχή και το Τέλος

Από τα πρόσκαιρα στα αιώνια

Στο αποστολικό Ανάγνωσμα της Β’ Κυριακής των Νηστειών ο απόστολος Παύλος διατυπώνει επιγραμματικά ένα μεγάλο μυστήριο της πίστεώς μας: ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός δεν είναι μόνο άνθρωπος, αλλά είναι και ο προαιώνιος και αναλλοίωτος Θεός. Και τεκμηριώνει τη μεγάλη αυτή δογματική αλήθεια αναφέροντας ένα χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης που απευθύνεται στον Υιό του Θεού και λέει: Εσύ, Κύριε, στην αρχή της δημιουργίας θεμελίωσες τη γη στο ουράνιο στερέωμα, και «ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις». Αυτοί θα εξαφανιστούν και το σχήμα τους θα αλλάξει. Εσύ όμως παραμένεις αμετάβλητος. Όλος ο κόσμος σαν ένδυμα θα παλιώσει, κι Εσύ θα τον περιτυλίξεις σαν ρούχο και θα γίνει καινούργιος. Εσύ όμως είσαι πάντοτε ο ίδιος και τα έτη σου θα είναι ατελείωτα. Στη συνέχεια ο απόστολος Παύλος εξηγεί ότι ο Κύριός μας είναι ασυγκρίτως ανώτερος από τους αγγέλους, θέτοντας το εξής ερώτημα: Σε ποιον από τους αγγέλους έχει πει ποτέ ο Θεός Πατήρ: Κάθισε στα δεξιά μου, μέχρι να υποτάξω τους εχθρούς σου και να τους βάλω κάτω από τα πόδια σου; Σε κανένα. Μόνο στον Υιό του το είπε.
Διότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο προαιώνιος Υιός του Θεού. Είναι ο δημιουργός της κτίσεως. Αυτός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και όλη την οικουμένη. Όλα μέσα στην κτίση φθείρονται, γηράσκουν και χάνονται. Το σύμπαν ολόκληρο είναι υπόδουλο στη φθορά και οδηγείται προς το τέλος του. Αλλά και η ιστορία των ανθρώπων διαρκώς μεταβάλλεται. Βασιλείες και αυτοκρατορίες εμφανίζονται, ακμάζουν, παρακμάζουν και τελικά εξαφανίζονται. Όλα κάποτε τελειώνουν, και οι εγκόσμιες επιτυχίες σβήνουν. Οι γενιές διαδέχονται η μία την άλλη. Κι εμείς ολοένα αλλάζουμε, στον κόσμο αυτό όλοι είμαστε προσωρινοί. Ήμασταν παιδιά, μεγαλώσαμε, θα γεράσουμε, θα φύγουμε. Η ζωή μας κλίνει προς τη δύση της. Θα πεθάνουμε και το σώμα μας θα διαλυθεί στον τάφο. Αλλά μετά από τον μακρύ αυτόν ύπνο θα αναστηθούμε και θα εισέλθουμε στην αιώνια ζωή.
Ας μην αφήνουμε λοιπόν την καρδιά μας να προσκολλάται στα επίγεια και φθαρτά, που φεύγουν και χάνονται. Αλλά να ζούμε με τον πόθο και την αγάπη για τον ασυγκρίτως ανώτερο εκείνο κόσμο που θα ανατείλει, τον αιώνιο και άφθαρτο και αληθινό. Να ποθούμε τον ουρανό και τη Βασιλεία του Θεού. Εκεί να στρέφουμε τη σκέψη μας και τη ζωή μας, εκεί να είναι τα όνειρά μας και οι προσδοκίες μας. Και να είμαστε πάντοτε άγρυπνοι για να την κατακτήσουμε.

Να προσέχουμε τους λόγους Του

Ο απόστολος Παύλος στη συνέχεια μας θέτει ενώπιον των ευθυνών μας. Αφού λοιπόν, λέει, ο Κύριός μας είναι ο προαιώνιος Θεός, «διά τοῦτο δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι». Πρέπει περισσότερο να προσέχουμε σ’ αυτά που ακούσαμε και είναι λόγοι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Διότι εάν δεν προσέξουμε, διατρέχουμε τον κίνδυνο να παρασυρθούμε και να πέσουμε έξω. Και αλίμονό μας, αν μας συμβεί αυτό. Διότι, αν ο νόμος που έδωσε ο Θεός στον Μωυσή διά μέσου των αγγέλων, αποδείχθηκε βέβαιος, και κάθε παράβασή του τιμωρήθηκε δίκαια, πώς εμείς θα ξεφύγουμε την τιμωρία, εάν αμελήσουμε μία τόσο σπουδαία σωτηρία; Η σωτηρία αυτή αφού άρχισε να κηρύττεται από τον ίδιο τον Κύριο, μας παραδόθηκε από τους Αποστόλους, που την άκουσαν απευθείας από τον Κύριο.
Στο ιερό αυτό κείμενο ο Απόστολος Παύλος μας προειδοποιεί ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε τη σωτηρία μας, εάν δεν δείξουμε την ανάλογη προσοχή στις θείες αλήθειες που μας αποκάλυψε ο Κύριος. Κινδυνεύουμε να τις συνηθίσουμε και σιγά-σιγά να χάσουμε το δρόμο μας. Και τότε θα είμαστε αναπολόγητοι την ημέρα της Κρίσεως. Διότι δεν μπορούμε να παίζουμε με το νόμο του Θεού και να τον περιφρονούμε.
Γι’ αυτό ο θείος Απόστολος μας ζητά να δείξουμε σοβαρότητα και υπευθυνότητα απέναντι στο νόμο του Θεού. Να τον ακούμε με προσοχή και ενδιαφέρον. Πόσες φορές ακούμε στην εκκλησία το ιερό Ευαγγέλιο ή κάποιο κήρυγμα; Πόσες φορές διαβάζουμε στο σπίτι μας την Αγία Γραφή ή κάποιο πνευματικό βιβλίο! Κάθε φορά λοιπόν που ακούμε τον θείο λόγο, να κατανοούμε ότι είναι μεγίστης σπουδαιότητας. Και γι’ αυτό να τον ακούμε με πίστη και φόβο Θεού. Να τον μελετούμε συχνά και με προσοχή, συγκρατώντας τα θεία νοήματα στη μνήμη μας και στις καρδιές μας. Κι έτσι να ευθυγραμμίζουμε τη ζωή μας με το θείο νόμο. Για να μη χάσουμε την ψυχή μας, αλλά να κερδίσουμε τη σωτηρία μας και να αξιωθούμε να ζήσουμε κι εμείς μαζί με τον Κύριο στη Βασιλεία του αιωνίως.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Η σωτηρία του Ζακχαίου



Η σωτηρία του Ζακχαίου

1 ΚΑΙ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν  Ἱεριχώ· 2 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, 3 καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν  Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. 4 καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. 5 καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ  Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. 6 καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. 7 καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. 8 σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. 9 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ  Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς  Ἀβραάμ ἐστιν. 10 ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.
Δε με νοιάζει τι θα πουν οι άλλοι
Στην Ιεριχώ, την πόλη με τη ζωηρή εμπορική κίνηση, τις δεξαμενές και τις επαύλεις, τον ιππόδρομο και αμφιθέατρο και τη σπουδαία Ραβινική Σχολή, ήταν «ρχιτελώνης» ο Ζακχαίος.
Προϊστάμενος της Εφορείας και του Τελωνείου θα λέγαμε σήμερα. Υψηλής κοινωνικής τάξεως. Και «πλούσιος», πολύ ευκατάστατος, βέβαια. «νόματι καλούμενος Ζακχαος». Περίφημος στην Ιεριχώ. Ο Ζακχαίος με τ’ όνομα…
Όμως εκείνη τη μέρα, που ο Χριστός «εσελθών διήρχετο την εριχώ», περνούσε μέσα απ’ την πόλη, κατευθυνόμενος στα Ιεροσόλυμα για το τελευταίο Πάσχα της ζωής Του, εκείνη τη μέρα ο Ζακχαίος ξάφνιασε τους συμπολίτες του. Φέρθηκε στ’ αλήθεια πολύ παράξενα…
Αυτός, ο πλούσιος, ο αρχιτελώνης, αυτός ναι, βγήκε στους δρόμους και «ζήτει δεν τόν ησον»! Πάσχιζε ανακατεμένος με το πλήθος, τον απλό λαό, να ξεχωρίσει τη μορφή του Θεανθρώπου να επισημάνει «τίς στί», ποιος τέλος πάντων είναι ο ξακουστός Διδάσκαλος. Αλλά δεν μπορούσε «πό το χλου». Τον εμπόδιζε το πλήθος. Ήταν «τ λικί μικρός», κοντόσωμος. Σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών του, προσπαθούσε, μα αποτύγχανε. Ο πόθος του έμενε ανεκπλήρωτος.
Ανήσυχος προσπάθησε να βρει άλλη λύση, «προδραμών μπροσθεν». Έκοψε δρόμο βιαστικός, έτρεξε σε άλλο μακρινό σημείο της λεωφόρου, που καταλάβαινε ότι «δι’ εκείνης μελλε διέρχεσθαι» ο Χριστός, κι είχε τη βεβαιότητα ότι θα έβρισκε εκεί λιγότερο κόσμο, θα εξασφάλιζε μια καλή θέση.
Έφθασε λαχανιασμένος. Μα η αγωνία δεν τον άφηνε. Να, ο κόσμος αδιάκοπα συρρέει, και όσοι περιστοιχίζουν το Διδάσκαλο, προχωρούν κι αυτοί, δημιουργούν συνωστισμό, κόβουν τη θέα…
Έριξε το βλέμμα γύρω αναζητώντας λύση. Επισήμανε μια συκαμινιά – ένα χαμηλό σαν ελιά δέντρο. Φωτίστηκε. Εκεί αν ανέβαινε…
Βέβαια, ήταν ντροπή. Ολόκληρος Αρχιτελώνης πάνω σε δέντρο! Τι θά ‘λεγε ο κόσμος…

Ωστόσο, δεν υπήρχε άλλος τρόπος ν’ αντικρίσει τον Ιησού. Και το ήθελε τόσο πολύ…
Κατέπνιξε, λοιπόν, τους φυσικούς δισταγμούς και σκαρφάλωσε, «νέβει πί συκομορέαν, να δ ατόν»!
Και σε λίγο, πραγματικά, φάνηκε ο Κύριος να περνά. Πλησίασε περισσότερο. Τώρα ο Ζακχαίος Τον έβλεπε καθαρά, τον έβλεπε και η καρδιά του γοργοχτυπούσε από συγκίνηση.
Ξαφνικά όμως ο Χριστό, «ς λθεν πί τόν τόπον», φθάνοντας σ’ εκείνο το σημείο του δρόμου, σταμάτησε. «ναβλέψας εδεν ατόν». Σήκωσε το βλέμμα και τον είδε πάνω στη συκαμινιά.
«Ζακχαε, σπεύσας κατάβηθι» του είπε. Κατέβα γρήγορα από το δέντρο, διότι «σήμερον ν τ οκ σου δε με μεναι».
Ξαφνιάστηκε ο Ζακχαίος. Παραζάλη συγκινήσεως και χαράς τον κυρίεψε. Μέσα σε δευτερόλεπτα βρέθηκε κάτω «καί πεδέξατο ατόν χαίρων».
Βέβαια, όλοι οι υπόλοιποι, «πάντες», αντέδρασαν με μουρμούρα δυσαρέσκειας. «Διεγόγγυζον».
— Ακατανόητο! Απαράδεκτο! Εξωφρενικό! έλεγαν. «Παρά μαρτωλ νδρί εσλθε καταλσαι»! Αυτόν βρήκε για φιλοξενία; Αυτός είναι Αρχιτελώνης, ζει με αδικίες και με εκβιασμούς! Ωστόσο ο Ζακχαίος είχε την απάντησή του. «Σταθείς», έκανε την ηρωική δήλωσή του προς τον Χριστό.
«Τά μίση τν παρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τος πτωχος»! Προσφέρω τη μισή μου περιουσία ελεημοσύνη στους φτωχούς. «Καί ε τινός τι συκοφάντησα, ποδίδωμι τετραπλον»! Σε όποιους τυχόν με ψεύτικες αναφορές και απειλές χρέωσα περισσότερο φόρο, τώρα θα το επιστρέψω τετραπλάσιο! Και τότε ο Χριστός επιβραβεύοντας τον ηρωισμό και τη μεταστροφή του και αποστομώνοντας τον όχλο:
— «Σήμερον σωτηρία τ οκ τοτ γένετο». Σήμερα ήρθε σωτηρία στο σπίτι αυτό.
*  *  *
Αλήθεια, τον άξιζε ο Ζακχαίος το δημόσιο έπαινο, την πανηγυρική επιβεβαίωση της σωτηρίας.
Γιατί αγωνίστηκε και νίκησε τις αναστολές που προξενεί η «γνώμη του κόσμου».
Ποιος αμφιβάλλει ότι πολλοί τον κοίταζαν παράξενα, κι άλλοι θα κρυφογέλασαν, όταν τον είδαν, Αρχιτελώνης αυτός, να σκαρφαλώνει σε δέντρο! Μα ο Ζακχαίος ήταν ακάθεκτος στην αναζήτηση του Χριστού.
Κι όταν το πλήθος γόγγυσε για την ειδική μεταχείριση και την τιμή, αυτός δεν εξοργίσθηκε, ούτε έκανε πίσω. Αναίρεσε την κατηγορία με τη μετάνοιά του,. Τους απέδειξε απλά ότι «έπεφταν έξω»!
«Τι θα πει ο κόσμος; Τι γνώμη θα σχηματίσουν οι άλλοι για μένα; Μήπως με παρεξηγήσουν; Μήπως με ειρωνευθούν; Ντρέπομαι… διστάζω… γιατί να δώσω λαβές για σχόλια;… Γιατί να δώσω δικαιώματα;…»
Λένε πολλοί νέοι και υποκύπτουν στις άλογες κρίσεις της μάζας, στις παράλογες απαιτήσεις του συρμού, στα ευτελή σχόλια των αργόσχολων, το ειρωνικό βλέμμα ή άλλοτε την παγερή σιωπή του γύρω κόσμου.
Πώς θα ντυθούν, πώς θα συμπεριφερθούν, τι εκφράσεις θα χρησιμοποιήσουν, πώς θα ψυχαγωγηθούν, όλα τα παίρνουν έτοιμα – και δουλοπρεπώς – απ’ τη μάζα. Αισθάνονται αβάσταχτο ψυχαναγκασμό και υποκύπτουν.
Κι αν κάποιος μυστικός, άγιος πόθος αναδευτεί μέσα τους, αν κάποια έντονη δίψα ξυπνήσει και τους ωθεί επίμονα, υπαρξιακά, στην Εκκλησία, το Κατηχητικό, το Εξομολογητήριο, αν κάποιες αποφάσεις φουσκώνουν ηρωικά τα στήθη κι είναι έτοιμες να ξεχειλίσουν και να φέρουν κατακτητικά μια νέα ζωή, αυτοί μερικές φορές κομπιάζουν, αναδιπλώνονται περίφοβα, τελματώνουν με την ιδέα: «τι θα πει ο κόσμος». Θυσιάζουν τα ιδανικά, το ήθος τους, την Αγάπη του Χριστού, την αιώνια ζωή, μπροστά σε μια τόσο αμφίβολη και μάταιη, τόσο εύθραυστη «κοινωνικά αποδοχή».
Ω, μια ευγενική επανάσταση χρειάζεται σε τέτοιες ώρες, σαν εκείνη του Ζακχαίου. Και κάποιες «τρέλες» θεοφιλείς.
«Ας πούνε οι άλλοι ό,τι θέλουν! Άκρη δε βρίσκεις με τα στόματα του κόσμου. Εγώ θ’ ακολουθήσω το Χριστό!
Το τι ήμουν χθες, δε θα με καθορίζει δυναστικά για πάντα. Σήμερα ξεκινώ! Βάζω καινούργια αρχή με τη ζωή μου! Τώρα γίνομαι κάτι άλλο! Ακόλουθος του Μόνου Αληθινού!
Εκείνου η γνώμη πρωτίστως με ενδιαφέρει! Εκείνου η Κρίση θα με σώσει, θα με στηρίξει, θα μου ανοίξει τελικά τις πύλες του Ουρανού!»

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Ἐρευνᾶτε τὰς Γραφάς


ρευντε τς Γραφς

Κατηγορία Ορθόδοξη ζωή,


Πατερικά

Να έχετε λοιπόν θάρρος· γιατί δεν θα αφήσει ο Κύριος τις ψυχές των δικαίων να πεθάνουν από την πείνα. Για τούτο τον λιμό λέει ο Κύριος διά του προφήτου: «Εκείνες τις ημέρες θα επιφέρω λιμό επάνω στη γη· όχι λιμό άρτου, ούτε δίψα για νερό, αλλά λιμό για να ακούσουν λόγο Θεού. Και θα περιτρέχουν από την ανατολή μέχρι την δύση, αναζητώντας τον λόγο του Κυρίου» (πρβλ. Αμώς 8.11-12). Βλέπεις ότι δεν ομιλεί για άρτο; Γιατί ο Θεός δεν μιλούσε για τον άρτο. Ω, λιμός φοβερός και ψυχοφθόρος και βλαβερός, ω, λιμός ο οποίος προξενεί αιώνια τιμωρία! Τούτος ο λιμός είναι ο χορηγός κάθε πονηρού πράγματος· τούτος ο λιμός είναι ο πρόξενος κάθε κακού. Τούτο τον λιμό όταν είδε εκ των προτέρων ο προφήτης Δαβίδ να έρχεται, παρακαλούσε τον Θεό λέγοντας «ο Θεός μου, μη αντιπαρέλθεις με σιωπή την προσευχή μου» (Ψαλμ. 27.1). Και για τους σπουδαίους πιστούς προφήτεψε λέγοντας «θα σώσει από τον θάνατο τις ψυχές τους και θα τους παράσχει τροφή σε καιρό λιμού» (Ψαλμ. 32.19). Και σε άλλο σημείο λέει «και σε καιρό λιμού θα χορτάσουν» (Ψαλμ. 36.19)· και πάλι, «ο Κύριος είναι ελεήμων και οικτίρμων, και έδωσε τροφή σε εκείνους οι οποίοι τον σέβονται» (Ψαλμ. 110.4-5). Αυτά είπε ο Δαβίδ για εκείνους που ερευνούν τις Γραφές, ότι δηλαδή δεν θα πεινάσουν. Ας ερευνήσουμε τις Γραφές, αδελφοί, ώστε να μη πεινάσουμε όταν ενσκήψει ο ψυχοφθόρος λιμός· ας ερευνήσουμε, ώστε να μη πλανηθούμε και περιφερόμαστε από κάθε άνεμο. Γι αυτό λέει ο Κύριος προς τους αμελείς, «πλανάσθε, επειδή δεν κατανοείτε τις Γραφές» (Ματθ. 22.29). Γιατί αληθινά, ετούτοι πλανώνται. Διότι από πού προήλθε ο ψυχοφθόρος λιμός; όχι επειδή δεν ερευνούμε τις Γραφές; Ω, από πόσα αγαθά στερήσαμε τους εαυτούς μας, αφήνοντας κατά μέρος τις θεϊκές Γραφές! Διότι αυτή η προσταγή προερχεται από τον Δεσπότη (Χριστό). Ερεύνησε επίπονα, ερεύνησε και αναζήτησε, και θα βρεις πολύ τον αδιανόητο πλούτο, και θησαυρό κρυμμένο στον αγρό· γιατί θα κατανοήσεις την θεϊκή Γραφή. Ερεύνησε και θα βρεις· και όταν βρεις, πούλησε όλα όσα έχεις και αγόρασε τον αγρό εκείνο, δηλαδή την καλή γνώση των αγίων Γραφών, μέσα στις οποίες βρίσκεται κρυμμένος ο Υιός, η αληθινή Σοφία του Πατρός. Τον οποίο όταν ανακαλύψεις, θα είσαι ευτυχής σύμφωνα με αυτό που έχει γραφτεί, ότι «μακάριος είναι ο άνθρωπος ο οποίος βρήκε την σοφία» (Παροιμ. 3.13). Ερεύνησε, αγαπητέ, ακόμα και εάν είσαι πλούσιος ή φτωχός, είτε δούλος είτε ελεύθερος, είτε άνδρας ή γυναίκα. «ρευντε τς Γραφς» (Ιω. 5.39). Διότι η Αγία Γραφή είναι το ταμείο κάθε αγαθού. 

Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Λγος περ ψευδοπροφητν͵ κα ψευδοδιδασκλων͵ κα θων αρετικν͵ κα περ σημεων τς συντελεας το αἰῶνος τοτου, PG 59.555

Πρωτότυπο κείμενο: Θαρσετε ον· ο γρ λιμοκτονσει Κριος ψυχς δικαων. Περ τοτου το λιμο λγει Κριος δι το προφτου· «Κα σται ν τας μραις κεναις͵ πγω λιμν π τν γν· ο λιμν ρτου͵ οδ δψαν δατος͵ λλ λιμν το κοσαι λγον Θεο. Κα περιδραμονται π νατολν ως δυσμν͵ ζητοντες τν λγον Κυρου». ρς͵ τι ο περ ρτου λγει; Θες γρ ο περ το ρτου λεγεν. λιμο δεινο͵ κα ψυχοφθρου͵ κα βλαβερο λιμο τς αωνου κολσεως προξνου! Οτος λιμς στιν χορηγς παντς πονηρο πργματος· οτος λιμς͵ ατιος παντς κακο. Τοτον τν λιμν προθεωρσας προφτης Δαυδ ρχμενον παρεκλει τν Θεν͵ λγων· « Θες μου͵ μ παρασιωπσς π΄ μο». Κα περ τν σπουδαων πιστν προεφτευσε λγων· «Ρσασθαι κ το θαντου τς ψυχς ατν͵ κα διαθρψαι ατος ν λιμ». Κα λλαχο λγει· «Κα ν μραις λιμο χορτασθσονται»· κα πλιν͵ «λεμων κα οκτρμων Κριος, τροφν δωκεν τος φοβοσιν ατν». Τατα επεν Δαυδ περ τν ρευνντων τς Γραφς͵ τι ο πεινσουσιν.
ρευνσωμεν τς Γραφς͵ δελφο͵ να μ πεινσωμεν λθντος το ψυχοφθρου λιμο· ρευνσωμεν͵ να μ πλανηθμεν͵ κα περιφερμεθα παντ νμ. Δι φησιν Κριος πρς τος μελοντας· «Πλανσθε͵ μ νοοντες τς Γραφς». ληθς γρ ο τοιοτοι πλαννται. Πθεν γρ ψυχοκτνος πλθεν λιμς; οχ κ το μ ρευνν τς Γραφς; πσων γαθν αυτος πεστερσαμεν͵ καταλιπντες τς θεας Γραφς! δεσποτικν γρ τ πρσταγμα. ρενησον μπνως͵ ρενησον κα ζτησον͵ κα ερσεις πολν τν νεκαστον πλοτον͵ κα θησαυρν κεκρυμμνον ν τ γρ· νοσεις τν θεαν Γραφν. ρενησον͵ κα ερσεις͵ κα ερν͵ πντα σα χεις πλησον͵ κα γρασον τν γρν κενον͵ τν καλν γνσιν τν γων Γραφν͵ ν ας κκρυπται Υἱὸς͵ ληθιν Σοφα το Πατρς· ν ερν͵ μακριος σ͵ καθς γγραπται͵ τι «Μακριος νθρωπος͵ ς ερεν σοφαν». ρενησον͵ γαπητ͵ κν πλοσιος τυγχνς πνης͵ ετε δολος͵ ετε λεθερος͵ ετε ἄῤῥην͵ ετε θλυ. «ρευντε τς Γραφς». γρ θεα Γραφ ταμιεῖόν στι παντς γαθο.

 --- Πηγή: Απλά και Ορθόδοξα: http://xerouveim.blogspot.gr/2015/01/blog-post.html

Ἐρευνᾶτε τὰς Γραφάς Κατηγορία Ορθόδοξη ζωή, Πατερικά Να έχετε λοιπόν θάρρος· γιατί δεν θα αφήσει ο Κύριος τις ψυχές των δικαίων να πεθάνουν από την πείνα. Για τούτο τον λιμό λέει ο Κύριος διά του προφήτου: «Εκείνες τις ημέρες θα επιφέρω λιμό επάνω στη γη· όχι λιμό άρτου, ούτε δίψα για νερό, αλλά λιμό για να ακούσουν λόγο Θεού. Και θα περιτρέχουν από την ανατολή μέχρι την δύση, αναζητώντας τον λόγο του Κυρίου» (πρβλ. Αμώς 8.11-12). Βλέπεις ότι δεν ομιλεί για άρτο; Γιατί ο Θεός δεν μιλούσε για τον άρτο. Ω, λιμός φοβερός και ψυχοφθόρος και βλαβερός, ω, λιμός ο οποίος προξενεί αιώνια τιμωρία! Τούτος ο λιμός είναι ο χορηγός κάθε πονηρού πράγματος· τούτος ο λιμός είναι ο πρόξενος κάθε κακού. Τούτο τον λιμό όταν είδε εκ των προτέρων ο προφήτης Δαβίδ να έρχεται, παρακαλούσε τον Θεό λέγοντας «ο Θεός μου, μη αντιπαρέλθεις με σιωπή την προσευχή μου» (Ψαλμ. 27.1). Και για τους σπουδαίους πιστούς προφήτεψε λέγοντας «θα σώσει από τον θάνατο τις ψυχές τους και θα τους παράσχει τροφή σε καιρό λιμού» (Ψαλμ. 32.19). Και σε άλλο σημείο λέει «και σε καιρό λιμού θα χορτάσουν» (Ψαλμ. 36.19)· και πάλι, «ο Κύριος είναι ελεήμων και οικτίρμων, και έδωσε τροφή σε εκείνους οι οποίοι τον σέβονται» (Ψαλμ. 110.4-5). Αυτά είπε ο Δαβίδ για εκείνους που ερευνούν τις Γραφές, ότι δηλαδή δεν θα πεινάσουν. Ας ερευνήσουμε τις Γραφές, αδελφοί, ώστε να μη πεινάσουμε όταν ενσκήψει ο ψυχοφθόρος λιμός· ας ερευνήσουμε, ώστε να μη πλανηθούμε και περιφερόμαστε από κάθε άνεμο. Γι αυτό λέει ο Κύριος προς τους αμελείς, «πλανάσθε, επειδή δεν κατανοείτε τις Γραφές» (Ματθ. 22.29). Γιατί αληθινά, ετούτοι πλανώνται. Διότι από πού προήλθε ο ψυχοφθόρος λιμός; όχι επειδή δεν ερευνούμε τις Γραφές; Ω, από πόσα αγαθά στερήσαμε τους εαυτούς μας, αφήνοντας κατά μέρος τις θεϊκές Γραφές! Διότι αυτή η προσταγή προερχεται από τον Δεσπότη (Χριστό). Ερεύνησε επίπονα, ερεύνησε και αναζήτησε, και θα βρεις πολύ τον αδιανόητο πλούτο, και θησαυρό κρυμμένο στον αγρό· γιατί θα κατανοήσεις την θεϊκή Γραφή. Ερεύνησε και θα βρεις· και όταν βρεις, πούλησε όλα όσα έχεις και αγόρασε τον αγρό εκείνο, δηλαδή την καλή γνώση των αγίων Γραφών, μέσα στις οποίες βρίσκεται κρυμμένος ο Υιός, η αληθινή Σοφία του Πατρός. Τον οποίο όταν ανακαλύψεις, θα είσαι ευτυχής σύμφωνα με αυτό που έχει γραφτεί, ότι «μακάριος είναι ο άνθρωπος ο οποίος βρήκε την σοφία» (Παροιμ. 3.13). Ερεύνησε, αγαπητέ, ακόμα και εάν είσαι πλούσιος ή φτωχός, είτε δούλος είτε ελεύθερος, είτε άνδρας ή γυναίκα. «Ἐρευνᾶτε τὰς Γραφάς» (Ιω. 5.39). Διότι η Αγία Γραφή είναι το ταμείο κάθε αγαθού. Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Λόγος περὶ ψευδοπροφητῶν͵ καὶ ψευδοδιδασκάλων͵ καὶ ἀθέων αἱρετικῶν͵ καὶ περὶ σημείων τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος τούτου, PG 59.555 Πρωτότυπο κείμενο: Θαρσεῖτε οὖν· οὐ γὰρ λιμοκτονήσει Κύριος ψυχὰς δικαίων. Περὶ τούτου τοῦ λιμοῦ λέγει ὁ Κύριος διὰ τοῦ προφήτου· «Καὶ ἔσται ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις͵ ἐπάγω λιμὸν ἐπὶ τὴν γῆν· οὐ λιμὸν ἄρτου͵ οὐδὲ δίψαν ὕδατος͵ ἀλλὰ λιμὸν τοῦ ἀκοῦσαι λόγον Θεοῦ. Καὶ περιδραμοῦνται ἀπὸ ἀνατολῶν ἕως δυσμῶν͵ ζητοῦντες τὸν λόγον Κυρίου». Ὁρᾷς͵ ὅτι οὐ περὶ ἄρτου λέγει; Θεὸς γὰρ οὐ περὶ τοῦ ἄρτου ἔλεγεν. Ὢ λιμοῦ δεινοῦ͵ καὶ ψυχοφθόρου͵ καὶ βλαβεροῦ ὢ λιμοῦ τῆς αἰωνίου κολάσεως προξένου! Οὗτος ὁ λιμός ἐστιν ὁ χορηγὸς παντὸς πονηροῦ πράγματος· οὗτος ὁ λιμὸς͵ ὁ αἴτιος παντὸς κακοῦ. Τοῦτον τὸν λιμὸν προθεωρήσας ὁ προφήτης Δαυῒδ ἐρχόμενον παρεκάλει τὸν Θεὸν͵ λέγων· «Ὁ Θεός μου͵ μὴ παρασιωπήσῃς ἀπ΄ ἐμοῦ». Καὶ περὶ τῶν σπουδαίων πιστῶν προεφήτευσε λέγων· «Ρύσασθαι ἐκ τοῦ θανάτου τὰς ψυχὰς αὐτῶν͵ καὶ διαθρέψαι αὐτοὺς ἐν λιμῷ». Καὶ ἀλλαχοῦ λέγει· «Καὶ ἐν ἡμέραις λιμοῦ χορτασθήσονται»· καὶ πάλιν͵ «Ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων ὁ Κύριος, τροφὴν ἔδωκεν τοῖς φοβοῦσιν αὐτόν». Ταῦτα εἶπεν ὁ Δαυῒδ περὶ τῶν ἐρευνώντων τὰς Γραφὰς͵ ὅτι οὐ πεινάσουσιν. Ἐρευνήσωμεν τὰς Γραφὰς͵ ἀδελφοὶ͵ ἵνα μὴ πεινάσωμεν ἐλθόντος τοῦ ψυχοφθόρου λιμοῦ· ἐρευνήσωμεν͵ ἵνα μὴ πλανηθῶμεν͵ καὶ περιφερώμεθα παντὶ ἀνέμῳ. Διό φησιν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἀμελοῦντας· «Πλανᾶσθε͵ μὴ νοοῦντες τὰς Γραφάς». Ἀληθῶς γὰρ οἱ τοιοῦτοι πλανῶνται. Πόθεν γὰρ ὁ ψυχοκτόνος ἐπῆλθεν λιμός; οὐχὶ ἐκ τοῦ μὴ ἐρευνᾷν τὰς Γραφάς; Ὢ πόσων ἀγαθῶν ἑαυτοὺς ἀπεστερήσαμεν͵ καταλιπόντες τὰς θείας Γραφάς! δεσποτικὸν γὰρ τὸ πρόσταγμα. Ἐρεύνησον ἐμπόνως͵ ἐρεύνησον καὶ ζήτησον͵ καὶ εὑρήσεις πολὺν τὸν ἀνείκαστον πλοῦτον͵ καὶ θησαυρὸν κεκρυμμένον ἐν τῷ ἀγρῷ· νοήσεις τὴν θείαν Γραφήν. Ἐρεύνησον͵ καὶ εὑρήσεις͵ καὶ εὑρὼν͵ πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον͵ καὶ ἀγόρασον τὸν ἀγρὸν ἐκεῖνον͵ τὴν καλὴν γνῶσιν τῶν ἁγίων Γραφῶν͵ ἐν αἷς κέκρυπται ὁ Υἱὸς͵ ἡ ἀληθινὴ Σοφία τοῦ Πατρός· ὃν εὑρὼν͵ μακάριος ἔσῃ͵ καθὼς γέγραπται͵ ὅτι «Μακάριος ἄνθρωπος͵ ὃς εὗρεν σοφίαν». Ἐρεύνησον͵ ἀγαπητὲ͵ κἂν πλούσιος τυγχάνῃς ἢ πένης͵ εἴτε δοῦλος͵ εἴτε ἐλεύθερος͵ εἴτε ἄῤῥην͵ εἴτε θῆλυ. «Ἐρευνᾶτε τὰς Γραφάς». Ἡ γὰρ θεία Γραφὴ ταμιεῖόν ἐστι παντὸς ἀγαθοῦ. --- Πηγή: Απλά και Ορθόδοξα: http://xerouveim.blogspot.gr/2015/01/blog-post.html

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ - ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥΔύναμη, Σημασία καὶ Θαύματά του

«Σταυρός, ὁ φύλαξ πάσης της οἰκουμένης.
Σταυρός, ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας.
Σταυρός, βασιλέων τὸ κραταίωμα.
Σταυρός, πιστῶν τὸ στήριγμα.
Σταυρός, ἀγγέλων ἡ δόξα
καὶ τῶν δαιμόνων
τὸ τραῦμα
»
(Ἐξαποστειλάριον)

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ
2011

* * *

Εἰσαγωγικά

Πρὶν ἀπὸ εἴκοσι αἰῶνες ὁ σταυρὸς ἦταν ὄργανο ἀτιμωτικῆς τιμωρίας καὶ φρικτοῦ θανάτου. Οἱ Ρωμαῖοι καταδίκαζαν στὴν ποινὴ τῆς σταυρώσεως τοὺς πιὸ μεγάλους ἐγκληματίες.
Σήμερα ὁ σταυρὸς κυριαρχεῖ σ᾿ ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τῶν πιστῶν χριστιανῶν, σ᾿ ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, ὡς ὄργανο θυσίας, σωτηρίας, χαρᾶς, ἁγιασμοῦ καὶ χάριτος. Ὅπως γράφει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «αὐτὸ τὸ καταραμένο καὶ ἀποτρόπαιο σύμβολο τῆς χειρότερης τιμωρίας τώρα ἔχει γίνει ποθητὸ καὶ ἀξιαγάπητο». Παντοῦ τὸ βλέπεις. «Στὴν ἁγία Τράπεζα, στὶς χειροτονίες τῶν ἱερέων, στὴ θεία λειτουργία, στὰ σπίτια, στὶς ἀγορές, στὶς ἐρημιὲς καὶ στοὺς δρόμους, στὶς θάλασσες, στὰ πλοῖα καὶ στὰ νησιά, στὰ κρεββάτια καὶ στὰ ἐνδύματα, στοὺς γάμους, στὰ συμπόσια, στὰ χρυσὰ καὶ τ᾿ ἀσημένια σκεύη, στὰ κοσμήματα καὶ στὶς τοιχογραφίες... Τόσο περιπόθητο σ᾿ ὅλους ἔγινε τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ δῶρο, ἡ ἀνέκφραστη αὐτὴ χάρη.»
Πράγματι, ὅπου κι ἂν στρέψει κανεὶς τὸ βλέμμα του, μέσα κι ἔξω ἀπὸ τὸν ναό, θὰ δεῖ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Σὰν ὁρατό, σχηματικὸ σύμβολο, ἀλλὰ καὶ σὰν ἱερὴ χειρονομία. Τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ δεσπόζει στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Γιατί ὅμως;
Γιατί ἀπὸ τότε, ποὺ πάνω στὸν σταυρὸ καρφώθηκε καὶ πέθανε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός, τὸ ὄργανο αὐτὸ τῆς τιμωρίας ἔγινε ὄργανο σωτηρίας. «... Οὐ γὰρ ἔτι καταδίκης ἐστι τιμωρία, ἀλλὰ τρόπαιον ἐδείχθη ἡμῖν σωτηρίας», λέει ἕνα τροπάριο. Τὸ ἀντικείμενο τῆς αἰσχύνης ἔγινε ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας. Τῆς κατάρας τὸ σύμβολο, ἔγινε «ἀρᾶς τῆς ἀρχαίας λύτρον». Τῆς ὀδύνης καὶ τοῦ θανάτου τὸ ξύλο, ἔγινε «χαρᾶς σημεῖον» καὶ «ζωῆς ταμεῖον». Καὶ ὅλ᾿ αὐτά, ἐπειδὴ πάνω στὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ, μαζὶ μὲ τὸ πανάχραντο σῶμα Του, ὁ Κύριος κάρφωσε καὶ τὶς ἁμαρτίες μας. Ὅπως γράφει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος, μᾶς χάρισε «πάντα τα παραπτώματα, ἑξαλείψας τὸ καθ᾿ ἡμῶν χειρόγραφον... προσηλώσας αὐτὸ τῷ σταυρῶ.»
Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ μᾶς συμφιλίωσε μὲ τὸν οὐράνιο Πατέρα, ἀπὸ τὸν Ὁποῖο μᾶς εἶχε χωρίσει ὁ διάβολος, ἐξαπατώντας τοὺς προπάτορες. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ μᾶς ἄνοιξε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀφοῦ μέχρι τὴ σταύρωση Ἐκείνου ὁ ἅδης κατάπινε ἀχόρταγα ἀκόμη καὶ τοὺς δικαίους. Γι᾿ αὐτὸ ἔχει τόση δύναμη καὶ χάρη, τὴ δύναμη καὶ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, πού, ὅταν σταυρώθηκε, τὴ μεταβίβασε μὲ τρόπο μυστικὸ καὶ ἀκατάληπτο στὸν τίμιο σταυρό Του, ὅπως σοφὰ μᾶς λέει καὶ ἡ ὑμνολογία: «Ὁ σταυρός σου, Χριστέ, εἰ καὶ ξύλον ὁρᾶται τῇ οὐσίᾳ, ἀλλὰ θείαν περιβέβληται δυναστείαν, καὶ αἰσθητῶς τῷ κόσμω φαινόμενος, νοητῶς τὴν ἡμῶν θαυματουργεῖ σωτηρίαν...».
Ὁ σταυρὸς λοιπὸν ἔγινε τὸ σύμβολο τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ. Σύμβολο, ποὺ τρέμουν τὰ δαιμόνια.

Ἡ ἀνεκτίμητη ἀξία τοῦ Τιμίου Σταυροῦ

Ἂν εἶναι ὅμως πράγματι ἔτσι, γιατί τότε ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ποὺ ἀρνοῦνται, ἀποστρέφονται καὶ ἀτιμάζουν τὸν σταυρό; «Πολλοὶ γὰρ περιπατοῦσιν», γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «οὓς πολλάκις ἔλεγον ὑμίν, νῦν δὲ καὶ κλαίων λέγω, τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ὧν τὸ τέλος ἀπώλεια...».
Πράγματι, ὁρισμένοι αἱρετικοὶ εἶναι «ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ». Ὁ σταυρός, λένε, εἶναι ὄργανο ἐγκλήματος, καὶ ἀποτελεῖ εἰδωλολατρία ἡ ἀπόδοση σ᾿ αὐτὸν τιμῆς. Ὑποστηρίζουν μάλιστα πὼς ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία δὲν χρησιμοποιοῦσε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ.
Ἡ ἄποψη αὐτὴ εἶναι πλανεμένη. Πρῶτον, ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία μας δὲν τιμᾶ τὸν σταυρό, σὰν ἕνα τυχαῖο γεωμετρικὸ σχῆμα. Δεύτερον, ἐπειδὴ ἡ τιμὴ πρὸς τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἔχει τὴν ἀρχή της στοὺς ἀποστολικοὺς ἤδη χρόνους. Τρίτον, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς φανέρωσε μὲ ὑπερφυσικὰ γεγονότα, σὲ διάφορες περιπτώσεις καὶ ἐποχές, ὅτι ὁ σταυρὸς ἀποτελεῖ τὸ σύμβολό Του. Καὶ τέταρτον, ἐπειδὴ μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἔγιναν καὶ γίνονται ἐξαίσια θαύματα.
Ἂς πάρουμε ὅμως τὰ πράγματα μὲ τὴ σειρά.

Α´. Ἡ τιμὴ στὸν σταυρὸ εἶναι ἀναπόσπαστα συνδεδεμένη
μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστάντα Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό

Ἡ Ἐκκλησία μας δὲν τιμᾶ τὸν σταυρὸ αὐτὸ καθεαυτό, ὡς ἁπλὸ σχῆμα, ἀποδεσμευμένο ἀπὸ τὸν ἐσταυρωμένο Κύριο. Αὐτὸ θὰ ἦταν πράγματι εἰδωλολατρία. Ἀλλὰ τὸν τιμᾶ, ὡς τὸ σύμβολο τῆς μεγάλης θυσίας τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπορρέει ἡ χάρη, ὁ ἁγιασμὸς καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸν ἀσπάζεται καὶ τὸν προσκυνεῖ ὡς τὸ σημεῖο τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου (Ματθ. 24, 30), ποὺ ἔχει προσλάβει μυστικὰ καὶ ἀκατάληπτα, ὅπως εἴπαμε, τὴ χάρη καὶ τὴ δύναμή Του.
Βλέποντας ὁ πιστὸς τὸ σχῆμα τοῦ σταυροῦ, κάνοντας τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, προσκυνώντας τὸν «τύπον» καὶ τὸ σύμβολο τοῦ σταυροῦ, βλέπει μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του καὶ προσκυνεῖ τὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ. «Δὲν ἀσπαζόμαστε τὸν σταυρὸ ὡς Θεό, ἀλλὰ δείχνουμε ἔτσι τὴ γνήσια διάθεση τῆς ψυχῆς μας πρὸς τὸν Ἐσταυρωμένο», γράφει ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος. Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς διευκρινίζει ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ τίμιο Ξύλο, «προσκυνοῦμε καὶ τὸν τύπο τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ, ἂν καὶ εἶναι ἀπὸ διαφορετικὴ ὕλη κατασκευασμένος, ὄχι βέβαια τιμώντας τὴν ὕλη, μὴ γένοιτο, ἀλλὰ τὸν τύπο, ὡς σύμβολο τοῦ Χριστοῦ».
Πόσο δίκαιο ἔχουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, θὰ διαπιστώσουμε παρακάτω, ἐξετάζοντας τὴν ἁγιαστικὴ καὶ θαυματουργικὴ δύναμη τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ.

Β´. Ἡ τιμὴ στὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ
ὑπῆρχε πάντοτε καὶ ἐξαρχῆς στὴν Ἐκκλησία

Ἡ ἀρχὴ τῆς τιμῆς πρὸς τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ χάνεται στὰ βάθη τῆς χριστιανικῆς ἀρχαιότητος, μιὰ καὶ μᾶς παραδίδεται ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους.
Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος διακηρύσσει: «Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὐ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ».
Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος καταδικάστηκε σὲ θάνατο σταυρικό, ὅπως ὁ Κύριος. Τόσο τιμοῦσε ὅμως τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ὥστε ἱκέτευε τοὺς δημίους του: «Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ μὲ σταυρώσετε ὄρθιο, ὅπως τὸν Χριστό μου. Ἐκεῖνος σταυρώθηκε ἔτσι γιὰ νὰ βλέπει στὴ γῆ, ἐπειδὴ θὰ πήγαινε στὸν ἅδη νὰ ἐλευθερώσει τὶς ψυχές, ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ. Ἐμένα ὅμως νὰ μὲ σταυρώσετε μὲ τὸ κεφάλι κάτω, γιὰ νὰ βλέπω τὸν οὐρανό, ὅπου πρόκειται νὰ πάω.»
Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος, ὅταν ἀντίκρυσε τὸν σταυρὸ τοῦ μαρτυρίου τοῦ (σχήματος Χ), ἀναφώνησε μὲ δέος καὶ συγκίνηση: «Χαῖρε, σταυρέ, ποὺ μὲ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἁγιάστηκες καὶ μὲ τὰ μέλη του, σὰν μὲ μαργαριτάρια, στολίστηκες! Πρὶν καρφωθεῖ ἐπάνω σου ὁ Κύριός μου, ἤσουν φοβερὸς γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Τώρα ὅμως ὅλοι οἱ πιστοὶ γνωρίζουν πόση χάρη εἶναι κρυμμένη μέσα σου. Ἄφοβα καὶ χαρούμενα σὲ πλησιάζω. Πρόθυμα δέξου με κι ἐσύ, τὸν μαθητὴ τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ... Ὦ μακάριε καὶ παμπόθητε σταυρέ, πάρε με ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ παράδωσέ με στὸν Δάσκαλό μου!».
Τὴν ἀρχαιότητα τῆς χρήσεως τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ ἐπιβεβαιώνει καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἀπολογητές, ὁ Τερτυλλιανός (περίπου 160-220 μ.Χ.), ποὺ γράφει: «Ὁπουδήποτε κι ἂν πρόκειται νὰ φθάσουμε, γιὰ ὁπουδήποτε κι ἂν πρέπει νὰ ξεκινήσουμε, ὅταν φθάνουμε καὶ ὅταν ξεκινοῦμε, ὅταν βάζουμε τὰ παπούτσια μας, ὅταν πλενόμαστε, ὅταν τρῶμε, ὅταν ἀνάβουμε τὸ λυχνάρι, ὅταν πέφτουμε στὸ κρεββάτι, ὅταν καθόμαστε στὸ σκαμνί, ὅταν ἀρχίζουμε κάποια συζήτηση, κάνουμε στὸ μέτωπό μας τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ» (De corona 3,11).

Γ´. Ὁ Θεὸς φανερώνει μὲ ὑπερφυσικὰ γεγονότα
τὴ δύναμη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μὲ ὑπερφυσικὰ γεγονότα καὶ θαυμαστὲς ἀποκαλύψεις, φανέρωσε σὲ διάφορες περιστάσεις, μὲ τρόπο κραυγαλέο, πὼς τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἀποτελεῖ τὸ σύμβολό Του καὶ τὸ ἀήττητο τρόπαιο τῶν πιστῶν. Θ᾿ ἀναφερθοῦμε σ᾿ ἐλάχιστα παραδείγματα ἀπὸ τ᾿ ἀναρίθμητα ποὺ διασώζουν ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ τὰ Συναξάρια.
1. Ὁ γνωστὸς ἐκκλησιαστικὸς ἱστορικὸς Εὐσέβιος Καισαρείας (†340), σύγχρονος τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, περιγράφει ἐναργέστατα καὶ ἀδιάψευστα τὸ πασίγνωστο περιστατικὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ φωτεινοῦ σταυροῦ στὸν Μ. Κωνσταντῖνο μὲ τὴν ἐπιγραφὴ «ἐν τούτῳ νίκα», καὶ μάλιστα μέρα μεσημέρι, μὲ μάρτυρες ὅλους τοὺς ἄνδρες τοῦ στρατεύματός του.
2. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν παραπάνω ὑπερφυσικὴ φανέρωση τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ, ἔγινε καὶ μία ἄλλη, πάλι μπροστά σε ἀναρίθμητους αὐτόπτες μάρτυρες, ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ Κωνστάντιος, γιὸς τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου, καὶ ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύμων ὁ ἅγιος Κύριλλος. Τὸ θαῦμα διηγεῖται ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Κύριλλος στὸν βασιλιὰ μὲ μία ἐπιστολή του, στὴν ὁποία ἀναφέρει ὅτι τὴν ἡμέρα ἐκείνη (7 Μαΐου τοῦ 346 μ.Χ., τὴν περίοδο τῆς Πεντηκοστῆς), γύρω στὴν τρίτη ὥρα (9 π.μ.), φάνηκε στὸν οὐρανὸ τὸ σημεῖο τοῦ τιμίου σταυροῦ, τεράστιο, ὁλοφώτεινο, ἐκτεινόμενο ἀπὸ τὸν ἅγιο Γολγοθᾶ μέχρι τὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν. Δὲν τὸ εἶδαν ἕνας καὶ δύο, ἀλλὰ ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν Ἱεροσολύμων. Καὶ δὲν φάνηκε γιὰ μία στιγμὴ μόνο, ἀλλὰ γιὰ ὧρες πολλὲς κρεμόταν στὸ στερέωμα. Καὶ ἦταν τόσο λαμπρό, ὥστε ξεπερνοῦσε στὴ λάμψη τὶς ἀκτίνες τοῦ ἡλίου, γι᾿ αὐτὸ καὶ μποροῦσαν νὰ τὸ δοῦν φανερὰ μέρα μεσημέρι. Βλέποντας αὐτὸ τὸ θαῦμα ὁ λαὸς τῆς πόλεως ἔτρεξε στὸν ναὸ τῆς Ἀναστάσεως. Ὅλοι ἔσπευσαν νὰ δοξάσουν μ᾿ ἕνα στόμα τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ἔχοντας τώρα διδαχθεῖ ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πράγματα ὅτι τὸ πανευσεβὲς δόγμα τῶν χριστιανῶν δὲν στηρίζεται σὲ ἀνθρώπινη σοφία, ποὺ πείθει μὲ τὰ λόγια καὶ τὴ λογική, ἀλλὰ στὶς ἀποδείξεις, ποὺ δίνουν τὰ πνευματικὰ χαρίσματα καὶ οἱ θαυματουργικὲς δυνάμεις. Καὶ τὸ δόγμα δὲν κηρύσσεται μόνο ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀλλὰ μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ἀπὸ τὸν οὐρανό.
Τὴν ἀνάμνηση «τοῦ ἐν οὐρανῶ φανέντος σημείου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ» ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας στὶς 7 Μαΐου, ἡμέρα τῆς ἐμφανίσεώς του.
3. Ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυς Εὐστάθιος (20 Σεπτεμβρίου) ἀξιώθηκε νὰ δεῖ ἕνα θαυμαστὸ ὅραμα, χάρη στὸ ὁποῖο μεταστράφηκε ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία στὴ χριστιανικὴ πίστη. Συνετός, ἐγκρατής, φιλάνθρωπος καὶ φιλοδίκαιος, ἂν καὶ εἰδωλολάτρης, ὁ ἅγιος Εὐστάθιος (ποὺ λεγόταν τότε Πλακίδας) εἵλκυσε πάνω του τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τοῦ ἀποκαλύφθηκε μὲ παράδοξο τρόπο. Συγκεκριμένα, ἐνῶ μιὰ μέρα κυνηγοῦσε στὸ δάσος, βλέπει ἀπὸ μακριὰ ἕνα ὡραιότατο καὶ μεγαλόσωμο ἐλάφι, πού, ἐνῶ ἔφευγε, ἔστρεφε κάθε τόσο τo κεφάλι καὶ τὸν παρατηροῦσε κατάμματα. Ὁ ἅγιος σπιρούνισε τὸ ἄλογό του γιὰ νὰ τὸ φτάσει, ἀλλὰ δὲν μπόρεσε. Ἔτρεξαν πίσω του καὶ οἱ σύντροφοί του, ἀλλὰ μάταια. Μετὰ ἀπὸ ὥρα ἀναγκάστηκαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν προσπάθεια, γιατὶ τὰ ἄλογά τους εἶχαν ἐξαντληθεῖ. Μόνο ὁ ἅγιος ἐπέμεινε νὰ καλπάζει πίσω ἀπὸ τὸ ἀκούραστο ἐλάφι. Τελικά, καταϊδρωμένοι αὐτὸς καὶ τὸ ἄλογό του, ἔφτασαν μπροστὰ σ᾿ ἕνα μεγάλο χάσμα. Τὸ ἐλάφι εὔκολα πήδηξε ἀπέναντι, ὅπου στάθηκε καὶ κοίταζε τὸν ἅγιο. Τὸ ἄλογο ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ πηδήξει, καὶ ἀναγκάστηκε νὰ σταματήσει. Τότε, μὲ ἀπερίγραπτη ἔκπληξη, βλέπει ὁ ἅγιος ἀνάμεσα στὰ κέρατα τοῦ ἐλαφιοῦ ἕναν ὑπέρλαμπρο φωτεινὸ σταυρό, ποὺ ἔφερε τὸν ἐσταυρωμένο Κύριο, καὶ ἀκούει μία φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Γιατί, Πλακίδα, μὲ κυνηγᾶς; Ἐγὼ εἶμαι ὁ Χριστός, ποὺ δὲν μὲ γνωρίζεις, ἀλλὰ μ᾿ εὐαρεστεῖς μὲ τὰ καλά σου ἔργα. Γιὰ χάρη σου λοιπὸν φάνηκα πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ ἐλάφι. Οἱ ἐλεημοσύνες καὶ οἱ καλές σου πράξεις μ᾿ εὐχαρίστησαν. Γι᾿ αὐτὸ κι ἐγὼ σοῦ φανερώθηκα, γιατὶ δὲν εἶναι δίκαιο ἕνας ἄνθρωπος σὰν κι ἐσένα νὰ μὴ γνωρίζει τὴν ἀλήθεια...». Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ τοῦ εἶπε ὁ Κύριος, πρὶν τὸν στείλει στὸν ἐπίσκοπο τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος τὸν βάπτισε μαζὶ μὲ ὁλόκληρη τὴν οἰκογένειά του, δίνοντάς του τὸ ὄνομα Εὐστάθιος.
Τρία ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα παραδείγματα θεϊκῶν ἀποκαλύψεων, σχετικὰ μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, εἶναι ὅσα ἀναφέραμε πιὸ πάνω, μὲ τὰ ὁποῖα διδασκόμαστε ὅτι τὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι ἡ σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ.

Δ´. Τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ θαυματουργεῖ

Γιὰ νὰ αἰτιολογηθεῖ μὲ περισσότερα στοιχεῖα ἡ τιμή, ποὺ ἀποδίδει στὸν σταυρὸ ἡ Ἐκκλησία, καὶ γιὰ νὰ φανεῖ παραστατικὰ ἡ δύναμη τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ, ὡς σημείου τοῦ Χριστοῦ, θὰ διηγηθοῦμε παρακάτω μερικὰ σποραδικὰ θαύματα -τὰ πιὸ πολλὰ ἀπὸ τοὺς Βίους τῶν ἁγίων- ποὺ ἔγιναν κατὰ καιροὺς μ᾿ αὐτὸ τὸ πανίερο σύμβολο.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος (26 Σεπτεμβρίου) θεράπευσε στὴν Πάτμο τὸν παράλυτο εἰδωλολάτρη ἱερέα τοῦ Ἀπόλλωνα, σφραγίζοντάς τον μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ.
Ὁ ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας (17 Ἰανουαρίου), θέλοντας νὰ καταισχύνει κάποιους εἰδωλολάτρες σοφούς, ποὺ πῆγαν νὰ τὸν πειράξουν, ἔφερε μπροστά τους μερικοὺς δαιμονισμένους καὶ εἶπε: «Ἢ καθαρίστε τους ἐσεῖς μὲ τοὺς συλλογισμούς σας καὶ μ᾿ ὁποιαδήποτε ἄλλη τέχνη ἢ μαγεία θέλετε, ἐπικαλούμενοι τὰ εἴδωλά σας, ἤ, ἂν δὲν μπορεῖτε, παραιτηθεῖτε ἀπὸ τὴν πολεμικὴ ἐναντίον μας, καὶ θὰ δεῖτε τὴ δύναμη τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ!». Καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἐπικαλέστηκε τὸν Κύριο, σφραγίζοντας τοὺς δαιμονισμένους τρεῖς φορὲς μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Ἀμέσως ἐκεῖνοι ἐλευθερώθηκαν ἀπὸ τὰ δαιμόνια καὶ σηκώθηκαν θεραπευμένοι, δοξάζοντας τὸν Θεό.
Ὅταν ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος, ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου (12 Μαΐου) ἦταν ἀκόμα μικρὸ δεκάχρονο παιδί, ἕνα ἀτίθασο μοσχάρι τὸν τραυμάτισε σοβαρὰ στὸν μηρὸ καὶ τὸν ἔριξε χάμω, ἀνίκανο πιὰ νὰ σηκωθεῖ. Τότε ἕνας εὐσεβὴς χριστιανός, ὁ Κλεόβιος, τὸν σταύρωσε τρεῖς φορὲς στὸ χτυπημένο μέλος, καὶ ἀμέσως ὁ μικρὸς Ἐπιφάνιος γιατρεύτηκε καὶ σηκώθηκε. Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος, πολὺ ἀργότερα, σταύρωσε τρεῖς φορὲς ἐπίσης τὴ θυγατέρα τοῦ βασιλιὰ τῆς Περσίας, καὶ τὴν ἀπάλλαξε αὐτοστιγμεὶ ἀπὸ τὸ δαιμόνιο, ποὺ τὴ βασάνιζε.
Ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας (1 Ἰανουαρίου), ὅταν ὁ ἀρειανὸς βασιλιὰς Οὐάλης διέταξε νὰ παραδοθεῖ ὁ καθεδρικὸς ναὸς τῆς Νίκαιας στοὺς ἀρειανούς, ζήτησε ν᾿ ἀφήσουν τὸν Θεὸ ν᾿ ἀποφανθεῖ γιὰ τὸ ζήτημα. Πρότεινε νὰ κλείσουν τὸν ναό, κι ἔπειτα νὰ προσευχηθοῦν, τόσο οἱ ἀρειανοί, ὅσο καὶ οἱ ὀρθόδοξοι. Κι ἂν ἀνοίξει μὲ τὴν προσευχὴ τῶν ὀρθοδόξων, νὰ παραμείνει σ᾿ αὐτούς. Ἀλλιῶς, ἂν δηλαδὴ ἀνοίξει μὲ τὴν προσευχὴ τῶν ἀρειανῶν ἢ ἀκόμα κι ἂν δὲν ἀνοίξει καθόλου, νὰ τὸν πάρουν οἱ ἀρειανοί. Ἔτσι κι ἔγινε. Ἀλλὰ οἱ προσευχὲς τῶν αἱρετικῶν δὲν καρποφόρησαν. Ἀντίθετα, μόλις ὁ ἅγιος Βασίλειος σχημάτισε τρεῖς φορὲς τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ πάνω στὴν κλειστὴ πύλη τοῦ ναοῦ, λέγοντας, «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων», ἀμέσως ἔσπασαν οἱ μοχλοὶ κι ἀνοίχτηκαν τὰ θυρόφυλλα. Ἔτσι ἡ ἐκκλησία παρέμεινε στοὺς ὀρθοδόξους.
Ἡ ἁγία Βασίλισσα (3 Σεπτεμβρίου), ὅταν ὁ ἡγεμόνας τῆς Νικομηδείας Ἀλέξανδρος τὴν ἔριξε μέσα σ᾿ ἕνα καμίνι, σφραγίστηκε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, καὶ δὲν πειράχτηκε καθόλου ἀπὸ τὴ φωτιά.
Μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ γιάτρευε ὅλους τους ἀρρώστους, ποὺ ἔτρεχαν κοντά του, γιὰ νὰ βροῦν τὴν ὑγεία τους, ὁ ἅγιος Θαλλέλαιος (20 Μαΐου).
Μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ ὁ ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς (28 Μαΐου) καὶ ὁ ἅγιος Ζαχαρίας ὁ σκυτοτόμος (17 Νοεμβρίου) ἄνοιγαν τὶς νύχτες τὶς κλειδωμένες πύλες τῶν ἐκκλησιῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου πήγαιναν καὶ προσεύχονταν κρυφὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τὶς ἔκλειναν πάλι, φεύγοντας.
Ἀλλὰ δὲν ἔχουν τέλος τὰ θαύματα τοῦ σταυροῦ!
Ἕνα διαρκές, ἐπαναλαμβανόμενο θαῦμα εἶναι αὐτὸ τοῦ ἁγιασμοῦ. Μόνο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ Κιβωτὸς τῆς Ἀληθείας, ἔχει αὐτὸ τὸ θεϊκὸ δῶρο καὶ προνόμιο. Μόνο ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἔχει ἁγιασμό. Μὲ τὴ σταυροειδὴ εὐλογία τοῦ ἱερέως καὶ τὴν τριπλῆ σταυροειδὴ βύθιση τοῦ σταυροῦ στὸ νερό, αὐτὸ ἁγιάζεται καὶ γίνεται «ἰαματικὸν ψυχῶν καὶ σωμάτων, καὶ πάσης ἀντικειμένης δυνάμεως ἀποτρεπτικόν», ἐνῶ, ἐπιπλέον, παραμένει ἀκέραιο καὶ ἀναλλοίωτο μέσα στὸν χρόνο!
Ἔχει δίκαιο λοιπὸν ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, ὅταν γράφει: «Ὁ σταυρὸς εἶναι εἰκόνα τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ σημεῖο του, καὶ ἡ σκιὰ τοῦ ἀκόμα μόνη, προκαλοῦν τρόμο στοὺς δαίμονες, ἐπειδὴ εἶναι τὸ σημεῖο τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ εἶναι ἡ σκέπη τοῦ Ἐσταυρωμένου. Γι᾿ αὐτὸ ἀρκεῖ νὰ βυθίσει κανεὶς τὸν σταυρὸ στὸ νερό, γιὰ νὰ τὸ ἁγιάσει. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ νερὸ γίνεται ἰαματικό, καὶ διώχνει τὰ δαιμόνια.»

Ἡ ἀξία τοῦ σημείου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ
καὶ ἡ ἀνάγκη συχνότατης χρήσης του ἀπὸ τοὺς πιστούς

Μὲ ὅλα ὅσα πολὺ συνοπτικὰ ἐκθέσαμε ὡς ἐδῶ αἰτιολογεῖται καὶ κατανοεῖται ἀπόλυτα ἡ μεγάλη τιμή, μὲ τὴν ὁποία περιβάλλει ἡ Ἐκκλησία μας τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, καθὼς καὶ ἡ συχνότατη χρήση του, τόσο στὴ θεία λατρεία, ὅσο καὶ στὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν πιστῶν:
Σ᾿ ὅλες τὶς κινήσεις τοῦ λειτουργοῦ, κατὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία» μέχρι τὸ «Δι᾿ εὐχῶν», κυριαρχεῖ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ.
Σ᾿ ὅλες τὶς λατρευτικὲς πράξεις καὶ τελετές, ὅπου γίνεται λόγος γιὰ εὐλογία, κατὰ τὴν ἄγραφη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ σχηματίζεται ἀπὸ τὸν ἱερέα «σταυροῦ τύπος».
Ὅπου κι ἂν στρέψει κανεὶς τὸ βλέμμα του, μέσα κι ἔξω ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο ναό, θὰ δεῖ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἀποτυπωμένο: στὴ ναοδομία, στὴν εἰκονογραφία, στὴν ἐκκλησιαστικὴ διακοσμητική, στὰ λειτουργικὰ βιβλία, στὰ ἱερὰ ἄμφια καὶ σκεύη...
Ἀλλὰ καὶ στὴν καθημερινή μας ζωὴ ὅλοι οἱ πιστοὶ διαφυλάσσουμε, ὡς πολύτιμη πνευματικὴ καὶ ἁγιαστικὴ παρακαταθήκη, τὴν ἱερὴ συνήθεια τῆς χρήσεως τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ.
Οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοὶ κάνουν πολὺ συχνὰ τὸν σταυρό τους: Τὸ πρωί, ποὺ σηκώνονται ἀπὸ τὸν ὕπνο. στὴ διάρκεια ὅλων των προσευχῶν τους. ὅταν φεύγουν ἀπὸ τὸ σπίτι τους. ὅταν περνοῦν μπροστὰ ἀπὸ ἱεροὺς ναούς. ὅταν ἀρχίζουν κάποια ἐργασία, ὅταν τελειώνουν τὴν ἐργασία, πρὶν πιοῦν νερὸ ἢ ἄλλο ποτό, πρὶν ἀπὸ τὸ φαγητό, μετὰ τὸ φαγητό, πρὶν κατακλιθοῦν γιὰ ὕπνο, ὅταν ἀκούσουν, εἴτε εὐχάριστη, εἴτε δυσάρεστη εἴδηση... Σὲ κάθε περίσταση, τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ!... Ἡ ἡμέρα τοῦ πιστοῦ ἀρχίζει -καὶ πρέπει ν᾿ ἀρχίζει- μὲ τὸν σταυρὸ καὶ τελειώνει μὲ τὸν σταυρό! Ἀλλὰ καὶ ἀντίστροφα, ἡ νύχτα του ἀρχίζει καὶ τελειώνει πάλι μὲ τὸν σταυρό!
Πολλὲς φορὲς ἐπίσης οἱ χριστιανοὶ καταφεύγουν στὸν ναό, ἀναζητώντας τὸν ἱερέα, γιὰ νὰ τοὺς «σταυρώσει», δηλαδὴ νὰ τοὺς εὐλογήσει σταυροειδῶς (εἴτε μὲ σταυρό, εἴτε μὲ ἄλλο ἱερὸ σκεῦος ἢ ἄμφιο), προκειμένου νὰ ἐνισχυθοῦν ἐναντίον τῶν πειρασμῶν ἢ ν᾿ ἀνακουφιστοῦν ἀπὸ κάποια ἀσθένεια.
Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ δύναμη τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ, σημείου τοῦ παντοδυνάμου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Τόσο μεγάλη ἡ χάρη, ποὺ περικλείει μυστικὰ μέσα του! Ὅπως συνοπτικὰ καὶ παραστατικὰ διατυπώνει ὁ ἅγιος Μακάριος Μόσχας (†1563), «πολλὲς φορὲς ἕνα καὶ μόνο σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ποὺ γίνεται μὲ πίστη καὶ ἔντονα βιώματα, εἶναι ἰσχυρότερο ἀπὸ πολλὰ λόγια προσευχῆς μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Ὑψίστου. Σ᾿ αὐτὸ ὑπάρχει τὸ φῶς, ποὺ καταυγάζει τὴν ψυχή, ἡ ἰαματικὴ δύναμη, ποὺ θεραπεύει τὰ ἀσθενήματα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ἡ μυστικὴ δύναμη, ποὺ ἀντιδρᾶ σὲ κάθε βλάβη. Ταράζουν τὴν ψυχή σου ἀκάθαρτοι λογισμοὶ καὶ ἐπιθυμίες; Περιτειχίσου μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, διπλασίασε καὶ τριπλασίασε αὐτὸ τὸ τεῖχος, καὶ οἱ ἀκάθαρτοι λογισμοὶ θὰ δαμαστοῦν. Κατατυραννιέται ἡ καρδία σου ἀπὸ τὴ μελαγχολία καὶ τὴ θλίψη; Σὲ κυριεύει ὁ φόβος ἢ σὲ περιστοιχίζουν οἱ πειρασμοί; Αἰσθάνεσαι τὶς πονηρίες τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν; Καταφύγε σ᾿ αὐτὴ τὴ δύναμη τοῦ σταυροῦ, καὶ ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς θὰ ξαναγυρίσει, οἱ πειρασμοὶ θὰ ἀπομακρυνθοῦν, ἡ παρηγορία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ πνευματικὴ εὐφροσύνη θὰ πλημμυρίσουν τὴν καρδία σου.»

Γιατί δὲν ἀπολαμβάνουμε πάντοτε
τὴν εὐλογία τοῦ σημείου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ;

Ὕστερ᾿ ἀπ᾿ αὐτὰ ὅμως, εὔλογα μᾶς γεννιέται τὸ ἐρώτημα: Ἂν ἔχει τόση χάρη καὶ τόση δύναμη τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, γιατί δὲν μποροῦμε κι ἐμεῖς ὅλοι ν᾿ ἀπολαύσουμε πάντοτε τὶς εὐλογίες καὶ τὶς δωρεές του;
Δὲν εἶναι δύσκολη ἡ ἀπάντηση: Ἐπειδὴ δὲν τὸ χρησιμοποιοῦμε σωστά, ὅπως πρέπει, ὅπως θέλει ὁ Θεὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία. Θ᾿ ἀναφερθοῦμε ἐνδεικτικὰ μόνο σὲ τέσσερις αἰτίες:
α) Ἴσως ἐπειδὴ εἴμαστε ὀλιγόπιστοι καὶ χλιαροί. Δὲν κάνουμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ μὲ ζωντανὴ πίστη στὸν ἐσταυρωμένο Κύριο καὶ στὴ δύναμη τῆς χάριτος τοῦ σταυροῦ Του.
β) Ἴσως ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε ταπεινοφροσύνη. Ἔτσι, ἂν ὁ Κύριος ἐνεργοποιήσει τὴ δύναμη τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ Του, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ πέσουμε σὲ ὑπερηφάνεια, θεωρώντας τὶς συνέπειες αὐτῆς τῆς θείας δυνάμεως ὡς δικά μας κατορθώματα.
γ) Ἴσως γιὰ τὴ σκληροκαρδία, τὴν ἁμαρτωλότητα καὶ τὴν ἀμετανοησία μας. Ὅπως λέει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, πρέπει, «νὰ ἔχωμεν τὸ χέρι μας καθαρὸν ἀπὸ ἁμαρτίες καὶ ἀμόλυντο, καὶ τότε, ὡσὰν κάνωμεν τὸν σταυρόν, κατακαίεται ὁ διάβολος καὶ φεύγει. Εἰδὲ καὶ εἴμεσθεν μεμολυσμένοι μὲ ἁμαρτίες, δὲν πιάνεται ὁ σταυρός, ὅπου κάνωμεν... [καὶ τότε] οἱ δαίμονες δὲν φοβοῦνται.»
δ) Τέλος, ἴσως ἐπειδὴ δὲν κάνουμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ σωστά, μὲ τὸν τρόπο ποὺ μᾶς ἔχει παραδώσει ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας, προσβάλλοντας ἔτσι τὴν ἱερότητά του καὶ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο.
Αὐτὸ τὸ τελευταῖο πρέπει νὰ τὸ προσέξουμε πολύ. Πάρα πολύ. Ὅλοι μας -κληρικοί, μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ- εἴμαστε ἔνοχοι, ἄλλος λίγο, ἄλλος πολύ, γιὰ ἀπρόσεκτη ἢ μηχανικὴ ἢ καὶ ἀσεβῆ ἐκτέλεση τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ πάνω στὸ σῶμα μας.
Ὁρισμένοι κινοῦν βιαστικὰ τὸ χέρι πάνω στὸ στῆθος ἢ καὶ στὸν ἀέρα, χωρὶς ν᾿ ἀκουμποῦν καθόλου τὸ σῶμα τους, ἄλλοτε σχηματίζοντας τρίγωνο ἢ Χ, καὶ ἄλλοτε παίζοντας, θαρρεῖς, κιθάρα. Πῶς νὰ χαρακτηρίσει κανεὶς μιὰ τέτοια ἄσκοπη καὶ ἀκατανόητη κίνηση, ποὺ φτάνει στὰ ὅρια τῆς βλασφημίας; Βαρύς, μὰ ἀληθινός, εἶναι ὁ λόγος τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ποὺ γράφει κάπου ὅτι ὁ ἴδιος ὁ διάβολος κινεῖ τὸ χέρι τῶν ἀπρόσεκτων αὐτῶν χριστιανῶν, γιὰ νὰ χλευάσει τὸ πανίερο σύμβολο τοῦ τιμίου σταυροῦ καὶ γιὰ νὰ κολάσει τοὺς ἰδίους!
Κάποιοι χριστιανοὶ πάλι πέφτουν σὲ ἄλλο σφάλμα. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔρχονται στὴν ἐκκλησία, στέκονται συνήθως σὲ ἐμφανῆ σημεῖα, καὶ ἐκεῖ, μπροστὰ σὲ ὅλους, μὲ κούφια ἐπιδεικτικότητα, λυγίζουν τὴ μέση σὲ βαθιὲς μετάνοιες, ἁπλώνουν ἀνεξέλεγκτά τα χέρια πέρα-δῶθε καὶ σταυροκοπιοῦνται μὲ κινήσεις πληθωρικές, ἀδιάκριτες, κάποτε μάλιστα καὶ γελοῖες...
Ὑπάρχει καὶ μιὰ τρίτη κατηγορία χριστιανῶν, ποὺ ἀποφεύγουν ἐντελῶς νὰ κάνουν τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, καὶ μάλιστα δημόσια. Εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ντρέπονται νὰ ὁμολογήσουν τὴν πίστη τους στὸν Χριστὸ καὶ στὸν σταυρό Του. Φοβοῦνται τὴν εἰρωνεία, τὴν περιφρόνηση, τὴ χλεύη τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου. Ἀγαποῦν, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ». Ἂν ἀνήκουμε σ᾿ αὐτούς, ἂς θυμηθοῦμε τὴν παραγγελία τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Παύλου, «μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτω», καθὼς καὶ τὴ σοβαρὴ προειδοποίηση τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου, «πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθέν των ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθέν του πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.» Καί, πέρα ἀπ᾿ αὐτά, ἂς συνειδητοποιήσουμε ὅτι στεροῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ ἀπὸ ἕνα πανίσχυρο ὅπλο κατὰ τῶν πειρασμῶν, τῶν παθῶν, τῶν ἀσθενειῶν καὶ τῶν δαιμόνων. Ἂς προσέξουμε τί μᾶς συμβουλεύει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων: «Μὴ ντρεπόμαστε τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Κι ἂν ἄλλος ντρέπεται καὶ τὸν κρύβει, ἐσὺ κάνε φανερὰ τὸν σταυρό σου, γιὰ νὰ δοῦν οἱ δαίμονες τὸ σημεῖο αὐτὸ τοῦ βασιλιᾶ Χριστοῦ, καὶ νὰ φύγουν μακριά, τρέμοντας. Κάνε μάλιστα τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ συχνά, εἴτε τρῶς, εἴτε πίνεις, εἴτε κάθεσαι, εἴτε ξαπλώνεις, εἴτε σηκώνεσαι, εἴτε μιλᾶς, εἴτε περπατᾶς, δηλαδὴ σὲ κάθε περίσταση. Γιατὶ ὅποιος σταυρώνεται ἐδῶ στὴ γῆ, βρίσκεται νοερὰ πάνω στὸν οὐρανό... Εἶναι μεγάλο τὸ φυλακτήριο. Δωρεὰν τὸ παίρνουν οἱ φτωχοὶ καὶ ἄκοπα οἱ ἄρρωστοι, ἐπειδὴ ἡ χάρη τοῦ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό. Σημάδι εἶναι τῶν πιστῶν καὶ φόβος τῶν δαιμόνων.»

Πῶς κάνουμε σωστὰ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ;

Πῶς ὅμως θὰ γίνει καὶ γιὰ μᾶς φυλακτήριο τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ; Πῶς θὰ γίνει στὰ χέρια μᾶς φόβητρο τῶν δαιμόνων; Ἂν τὸ κάνουμε σωστά! Ἂν τὸ κάνουμε, ὅπως μᾶς παραδίδει καὶ μᾶς διδάσκει ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας, δηλαδὴ μὲ πίστη, εὐλάβεια, συναίσθηση, ἱεροπρέπεια, ταπείνωση καὶ διάκριση.
Πῶς δηλαδή;
Ἀρχικὰ ἑνώνουμε τὰ τρία πρῶτα δάκτυλα τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ, ὀμολογώντας ἔτσι τὴν πίστη μας σ᾿ ἕνα Θεό, ποὺ εἶναι ταυτόχρονα καὶ τρεῖς ὑποστάσεις, τρία πρόσωπα -ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα-, ὁμοούσια, ἑνωμένα μεταξύ τους «ἀχωρίστως» καὶ «ἀδιαιρέτως». Τὰ ἄλλα δύο δάκτυλα, ποὺ ἀκουμποῦν στὴν παλάμη, συμβολίζουν τὶς δύο φύσεις, δύο θελήσεις καὶ δύο ἐνέργειες τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη. Μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο κάνουμε μιὰ συμβολικὴ ὁμολογία τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας, ποὺ βάσεις καὶ θεμέλιά της ἀποτελοῦν τὸ τριαδολογικὸ καὶ τὸ χριστολογικὸ δόγμα.
Μετὰ φέρνουμε τὸ χέρι στὸ μέτωπο, τὴ σωματικὴ περιοχὴ τῆς διανοητικῆς λειτουργίας, φανερώνοντας ἔτσι ὅτι ἀγαποῦμε τὸν Θεὸ μ᾿ ὅλη τὴ διάνοιά μας, καὶ ὅτι ἀφιερώνουμε σ᾿ Αὐτὸν ὅλες τὶς σκέψεις μας.
Τὸ χέρι ἔρχεται κατόπιν στὴν κοιλιά. Ἔτσι δηλώνουμε συμβολικὰ ὅτι προσφέρουμε στὸν Κύριο ὅλες τὶς ἐπιθυμίες μας καὶ ὅλα τα συναισθήματά μας.
Τέλος, φέρνουμε τὸ χέρι στοὺς ὤμους, πρῶτα στὸν δεξιὸ καὶ μετὰ στὸν ἀριστερό, ὀμολογώντας ἔτσι ὅτι καὶ κάθε σωματική μας δραστηριότητα ἀνήκει σ᾿ Ἐκεῖνον.
Μιὰ ἄλλη συμπληρωματικὴ ἑρμηνεία, θεολογικώτατη μέσα στὴν ἁπλότητά της, μᾶς δίνει στὴν πέμπτη διδαχή του ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὃ Αἰτωλός:
«Ἀκούσατε, χριστιανοί μου, πῶς πρέπει νὰ γίνεται ὁ σταυρὸς καὶ τί σημαίνει. Μᾶς λέγει τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον πὼς ἡ ἁγία Τριάς, ὁ Θεός, δοξάζεται εἰς τὸν οὐρανὸν περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους. Τί πρέπει νὰ κάμῃς καὶ ἐσύ; Σμίγεις τὰ τρία σου δάκτυλα μὲ τὸ δεξιὸν τὸ χέρι σου καί, μὴν ἠμπορώντας νὰ ἀνεβῇς εἰς τὸν οὐρανὸν νὰ προσκυνήσῃς, βάνεις τὸ χέρι σου εἰς τὸ κεφάλι σου, διότι τὸ κεφάλι σου εἶναι στρογγυλὸ καὶ φανερώνει τὸν οὐρανόν, καὶ λέγεις μὲ τὸ στόμα: Καθὼς ἐσεῖς οἱ ἄγγελοι δοξάζετε τὴν ἁγίαν Τριάδα εἰς τὸν οὐρανόν, ἔτσι καὶ ἐγώ, ὡς δοῦλος ἀνάξιος, δοξάζω καὶ προσκυνῶ τὴν ἁγίαν Τριάδα. Καὶ καθὼς αὐτὰ τὰ δάκτυλα εἶναι τρία -εἶναι ξεχωριστά, εἶναι καὶ μαζὶ- ἔτσι εἶναι καὶ ἡ ἁγία Τριάς, ὁ Θεός, τρία πρόσωπα καὶ ἕνας μόνος Θεός. Κατεβάζεις τὸ χέρι σου ἀπὸ τὸ κεφάλι σου καὶ τὸ βάνεις εἰς τὴν κοιλίαν σου καὶ λέγεις: Σὲ προσκυνῶ καὶ σὲ λατρεύω, Κύριέ μου, ὅτι κατεδέχθης καὶ ἐσαρκώθης εἰς τὴν κοιλίαν τῆς Θεοτόκου διὰ τὰς ἁμαρτίας μας. Τὸ βάζεις πάλιν εἰς τὸν δεξιόν σου ὦμον καὶ λέγεις: Σὲ παρακαλῶ, Θεέ μου, νὰ μὲ συγχωρήσῃς καὶ νὰ μὲ βάλῃς εἰς τὰ δεξιὰ μὲ τοὺς δικαίους. Βάνοντάς το πάλι εἰς τὸν ἀριστερὸν ὦμον, λέγεις: Σὲ παρακαλῶ, Κύριέ μου, μὴ μὲ βάλῃς εἰς τὰ ἀριστερὰ μὲ τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἔπειτα, κύπτοντας κάτω εἰς τὴν γῆν: Σὲ δοξάζω, Θεέ μου, σὲ προσκυνῶ καὶ σὲ λατρεύω ὅτι, καθὼς ἐβάλθηκες εἰς τὸν τάφον, ἔτσι θὰ βαλθῶ καὶ ἐγώ. Καὶ ὅταν σηκώνεσαι ὀρθός, φανερώνεις τὴν Ἀνάστασιν, καὶ λέγεις: Σὲ δοξάζω, Κύριέ μου, σὲ προσκυνῶ καὶ σὲ λατρεύω, πὼς ἀναστήθηκες ἀπὸ τοὺς νεκρούς, διὰ νὰ μᾶς χαρίσῃς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον. Αὐτὸ σημαίνει ὁ πανάγιος σταυρός.»

Συμπέρασμα

Ὅπως διαπιστώνουμε ἀπὸ τὰ παραπάνω, τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ κλείνει μέσα του ὅλα τα σωτηριώδη γεγονότα, ποὺ οἰκονόμησε ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν «πεπτωκότα» ἄνθρωπο. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι σημεῖο σωτήριο, σημεῖο ζωοποιό, σημεῖο ἁγιαστικό, «νικοποιὸν ὅπλον» (ἅγιος Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων), «τῶν κακῶν ἀλεξιτήριον» (ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης), «κεφάλαιον τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων» (ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος) γιὰ τοὺς χριστιανούς. Ἂς τὸ χρησιμοποιοῦμε λοιπόν, ὅσο μποροῦμε πιὸ συχνά, ἀγιάζοντας μ᾿ αὐτὸ κάθε πτυχὴ τῆς καθημερινῆς καὶ τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς.